The National – High Violet
Έχω αποδεχτεί την αιρετική αισθητική μου φύση, οπότε δεν φέρω και πολύ βαρέως, πλέον σε παρέες και συζητήσεις, το γεγονός ότι πιστεύω ότι το ύψιστο album των Depeche Mode είναι το “Black Celebration” και όχι το “Violator”, των U2 είναι το “Pop” και όχι το “Achtung Baby” και των R.E.M., το “Green” και όχι το “Automatic For The People”.
Με την ίδια αυθαίρετη προσωπική αιρετική διάθεση πιστεύω ότι οι National με το “High Violet” ξεπερνούν -όχι εύκολα, η αλήθεια είναι- το “Boxer” (ούτε λόγος για το “Alligator”), πιστεύω ότι τώρα “ανοίγει φτερά” το συμπαγές alt.rock μόρφωμα της παρέας του Berringer, τώρα αναδίδει τις οσμές του με ελαφρώς μαζική διάθεση, τώρα ξεπετάγεται από το εσωτερικό μέρος του κουβουκλίου που το γέννησε.
Ο Matthew Berringer φαίνεται να έχει έρθει σε μια ώριμη φάση σχετικά με την ιδέα ότι ο παλλόμενος κόσμος των στίχων του αφορά ανθρώπους: ως τώρα συμπεριφερόταν και δρούσε σαν ένας μοναχικός καλλιτέχνης που πιστεύει ότι τα όσα λέει ίσως να μη βρουν ποτέ αποδέκτη. Στο “High Violet” αισθάνομαι ότι ανοίγει τα παράθυρά του. Στέκεται ώρα στο περβάζι και ατενίζει προς τον ορίζοντα, ήσυχος με την ιδέα ότι ενδεχομένως να υπάρξουν άνθρωποι που θα σταθούν αντικρυστά του και θα συνδιαλλαγούν μαζί του.
Συνθετικά, το “High Violet” βρίθει από έναν άγριο ρομαντισμό, όχι τόσο καπνισμένο όσο πριν, αλλά παραγωγικό και πλούσιο. Η έντεχνη μουσική πραγματικότητα των National ακυρώνει την επική λυγμολαλιά αντίστοιχων σχημάτων -σαν τους James- και παραμένει πλήρως εκπορευόμενη από την ανάγκη του group να στήσουν ένα οικοδόμημα που τους εκφράζει. Η έντεχνη διάθεση των National δεν είναι στιλιστική μανιέρα: νομίζω ότι το στιλ ως έννοια και πρακτική δε χωράει στην γνήσια, ειλικρινή κατάθεση του Berringer. Yπάρχουν τραγούδια που ενώ λειτουργούν σαφέστατα ως δικλείδες πολιστισμικών αναφορών, δεν καπελώνονται ποτέ από αυτές: το “Bloodbuzz Ohio” ακούγεται σαν δραπέτης από το New Jersey του 1977, όταν το “Born To Run” του Bruce Springsteen διεκδικούσε την σπουδαιότητά του στην rock ιστορία. Αντίστοιχα, το “Lemonworld” ακούγεται σαν μια πληθωρική παράπλευρη σύνθεση του “Ocean Rain” των Echo & The Bunnymen αλλά με έναν τόσο γενναίο τρόπο και χωρίς τα δραματικά στοιχεία του Cullough που λειτουργούσαν σαν διαβατήρια για τον κόσμο της pop…
Οι National φτιάχνουν μουσική ενήλικη, χωρίς ευκολίες, είναι προσκλητικοί και πρόθυμοι να συναναστραφούν ξαφνικά, με έναν τρόπο που δεν χρησιμοποιεί μόνο τη νοημοσύνη, τη γλώσσα και το ύφος. Επικοινωνούν με νόμους έλξης και με υπόγειους κώδικες για να προσφέρουν την πραμάτεια τους. Τραγούδια σαν το “Runaway”, το “Εngland” και το “Vanderlyle Crybaby Geeks” επικοινωνούν την ουσία τους, “καθιστά” γύρω από ένα τραπέζι με ακριβά τσιγάρα που αγοράστηκαν από έναν Ινδιάνο guru και με ποτά που ξεδιπλώνουν την επήρρειά τους μόνο όταν σηκωθείς…
Λες να βγει και φέτος δίσκος της χρονιάς στην ψηφοφορία;
oraio review! akoma den me exei pliros to album sto sinolo tou, to theoro arketa adinamo (kai anaitio) se simeia… klassika pragmata, o xronos tha deiksei…
Υπέροχη και όχι με τη στενή δημοσιογραφικη έννοια,κριτική.
Μετά από 20-21 συνολικές ακροάσεις σε διάστημα μίας εβδομάδας,
μπορώ ενθουσιωδώς πλέον να γράψω πως βρήκα το προσωπικό album
της χρονιάς (και πάλι απο αυτούς εδώ το Ohio Via Brooklyn geeks).
Οσον αφορά το θέμα της συγκρισης με τα προγενέστερα album τους, μου φαίνεται τόσο ανούσιο και επίπονο, όπως όταν προσπαθούσα να συγκρίνω τη διαδρομή των Joy Division με αυτή των New Order και τη επιρροή επάνω μου.Κάθε δημιουργία των The National,είναι μια νέα οδός…
Ευχαριστώ για τη φιλοξενία
telika tha simfoniso, einai psilo-aristourgima kai afto… mou pire kamia 100aria + akroaseis, alla aksize ton kopo… eipa kai ego “ma oi national mou, na mou kanoun kati tetoio?”
Αυτό το “μουσική ενήλικη” που γράφεις τους εκφράζει ακριβώς… And I mean that in a bad way…