Album of the week ending 29.08.2009

Nosaj Thing
Drift
(Alpha Pup)
O Jason Chung από το Los Angeles δημιουργεί βάλσαμο για τα αυτιά. Eίναι από τις περιπτώσεις που σχεδόν φανερώνουν ανάγλυφα το κίνητρό τους για δημιουργία ατμόσφαιρας – οι προθέσεις του, αυτό που περισσότερο τον εμπνέει, ό,τι στέκεται ως γεννεσιουργό στο πλάσιμο του ήχου του ακούγεται περισσότερο στο ντεμπούτο album του, παρά ένα αποτέλεσμα που σε αφήνει με ανοιχτό το στόμα.
Ο Chung θέλει να φτιάχνει μουσική συνοδευτική για κουρασμένους ανθρώπους.
Κολλητός του Flying Lotus και πνευματικό τέκνο του Aphex Twin, ο Jason Chung δημιουργεί ηλεκτρονικά ηχοτοπία, των οποίων το συγκριτικό πλεονέκτημα είναι… οι άδειοι χώροι τους. Εγκεφαλικός, με έμφαση στα μοτίβα που επαναλαμβάνονται σε ένα flow χαλαρό και άνετο, με μπάσα αραιά beats και όξινα bleeps που κάθε άλλο παρά αγχωτικά απλώνονται, με ζωντανά τα αποτελέσματα των ‘μαθημάτων’ που πήρε από τον Jean Michel Jarre και τους Orbital, o Nosaj Thing με το “Drift” παραδίδει ένα μουσικό draft – εγχειρίδειο που καταδεικνύει πώς θα μπορούσαν να είναι οι νέες state of the art παραγωγές του αύριο.
Φουτουριστής και εξαιρετικός πληκτράς, αντιλαμβάνεται την τεχνολογία ως μια εφαρμογή με την οποία μπορεί να χτίσει μουσικά οικοδομήματα: ο Nosaj Thing είναι η πιο πρόσφατη ενσάρκωση του intelligent ambient techno. Υπάρχουν κάποια αριστουργήματα εδώ που ξεφεύγουν από την συνολική ‘συνοδευτική’ αύρα του album. Το “Caves” είναι απαράμιλλης αισθητικής σύλληψη, εντελώς ευρωπαϊκής λογικής στον πυρήνα της και το “Harrison Ford” που κλείνει ως bonus track το album μοιάζει με atari εκδοχή του “Πόλεμου Των Άστρων”. Από την άλλη, το “Voices” εμπεριέχει το σασπένς και την εσωτερική φλόγα που δεν βρίσκεις εύκολα στην μαζική παραγωγή της φρέσκιας electronica.
Το “Drift” είναι ένα album που δύσκολα γίνεται αγαπημένο σου. Είναι αποστασιοποιημένο συναισθηματικά και με μια οργανική φύση που δεν αιτεί ψυχικό δέσιμο μαζί της. Μοιάζει περισσότερο με ντοκιμαντέρ υψηλής ποιότητας του National Geographic παρά με τη νέα συναρπαστική σειρά του HBO που σου παρέχει ήρωες για να ταυτιστείς. Ωστόσο, συχνά, αυτό που πραγματικά έχεις ανάγκη είναι η παρατήρηση και η γνώση παρά το πάθος και η δίψα για περιπέτεια.
Επιπλέον, έχει ένα από τα καλύτερα εξώφυλλα της χρονιάς. Bliss.
Album of the week ending 22.08.2009

Simian Mobile Disco
Temporary Pleasure
(Wichita)
Στο δεύτερο album τους μετά το “Attack Decay Sustain Release” του 2007, οι James Ford και Jas Shaw, φτιάχνουν ένα κοσμοπολίτικο electro μείγμα που παραμένει πεισματικά σε όλη τη διάρκειά του στο πρώτο επίπεδο. Ευτυχώς. Διότι αν το “Temporary Pleasure” ως concept αντιμετωπιστεί με όρους method acting, σημαίνει ότι πετυχαίνει διάνα στο στόχο του: ρηχό, ματαιόδοξο, μπλιπαριστό μέχρι αηδίας, επαναλαμβανόμενο, καραμοντέρνο, αποψάτο, ιλιγγιωδώς ποζάτο. Το “Temporary Pleasure” μοιάζει με τη χαρά του αναίσθητου sex: “καίγεται” ηρωικά τη στιγμή που τελειώνει, δεν το θυμάσαι μετά και δεν θες να το θυμάσαι – απαραίτητα.
Το ντουέτο που έδωσε στο electro μια εκ νέου εγκεφαλική αίγλη, καλεί μια σειρά από ερμηνευτές με εντελώς αυτάρεσκο τρόπο να τραγουδήσουν τα μοτιβάκια τους. Τους παρατάσσουν σαν εκθέματα, τους βγάζουν μπροστά στην παραγωγή, όπως οι μικροπωλητές προβάλλουν τις καλές πραμάτειες τους, τούς βάζουν να τα λένε εντελώς άναρχα, χωρίς να ακολουθούν το ρυθμό, τους δίνουν μια επίφαση indie και ένα street credit που έχουν ανάγκη για να διαφοροποιηθούν από projects με καλεσμένους βοκαλίστες, τύπου Richard X και Mark Ronson.
Έτσι οι καλεσμένοι τους, αφοσιωμένοι στο concept και συγκεντρωμένοι στο στόχο της “εφήμερης απόλαυσης” κεντούν ένα καμβά που μοιάζει να απεικονίζει όλες τις δυνατές “σύντομες ηδονές” αυτού του ντουνιά. Ο Gruff Rhys από τους Super Furry Animals ακούγεται στο εναρκτήριο “Cream Dream”, σαν λυγμόλαλος επαρχιώτης που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το φαντασμαγορικό κόσμο μιας neon (ή Neon Neon) πόλης τη νύχτα και βουτάει βουλιμικά σε ό,τι του γυαλίσει. Ο Chris Heating των Yeasayer στο υπεργαμάτο “Audacity Of Huge” ακούγεται σαν σαγηνευτικός διαφθορέας σε τελετή διακόρευσης επίλεκτων παρθένων – όλων των φύλων. H Beth Ditto των Gossip τραγουδάει σαν πουτάνα που δεν έχεις δει ακόμα γιατί βρίσκεται πίσω από τα πέπλα στο σαράι. Όταν μεριάζεις όμως τα πέπλα αντικρίζεις έναν υπέρβαρο trans ευνούχο και σοκάρεσαι επειδή… δεν σοκάρεσαι στη θέα του για να το βάλεις στα πόδια. Ένας από τους λόγους είναι ότι το “Cruel Intentions” που σου τραγουδάει ο trans-ευνούχος ακούγεται υπέροχο – σαν νεορομαντικό καλούδι πρώτης στόφας. Παρακάτω, ο Jamie Lidell στο “Off The Map” μπαίνει σε ρόλο techno τυμβωρύχου, μοιάζει με λιμοκοντόρος από την περιβόητη σκηνή του Μονάχου που παριστάνει τον Giorgio Moroder σε νυχτερινές βίζιτες. Ο Alexis Turner των Hot Chip στο τσίφτικο ”Bad Blood” μοιάζει με άφυλο γιουσουφάκι που οι στρατολογητές του το προόριζαν για γενίτσαρο. Του χαρίστηκε η ζωή επειδή τραγουδούσε ωραία και τους κάβλωνε κρυφά. Ο Alexis Turner ως γιουσουφάκι εδώ, φαντάζει ως ο βασικός αντίζηλος του trans ευνούχου Ditto: οι δυο τους έχουν τα καλύτερα τραγούδια από όλους, μαζί με του διαφθορέα Chris Heating. Ο Young Fathers, πάλι, έχει ξεκάθαρο σεξουαλικό προσανατολισμό – είναι αρσενικό γιούρια και αν στο “Turn Up The Dial” δεν φαίνεται το καρύδι στο λαιμό του ανάγλυφο, οι rappin’ πρόζες του δεν αφήνουν καμία αμφιβολία. The Girl From Jupiter Drives Me Wild λέει… Οι δύο νεοϋορκέζες Telepathe τέλος, στο “Pinball” που κλείνει το album ακούγονται σαν φτωχανηψιές των ESG σε μια μετριότητα ολκής, κάτι σαν avant electro δηθενιά.
Αν εξαιρέσεις από το “Temporary Pleasure” τα δύο-τρία πραγματικά κακά κομμάτια (“Synthesize”, “Ambulance” και ίσως το μουρόχαυλο των Telepathe) μένει ένα σφιχτό σύνολο από μερικά πραγματικά δυνατά, ηδονιστικά τραγούδια με τσαγανό και ταχύκαυστο, πρώτο επίπεδο που φαντάζει ιδανικά σαν πυροτέχνημα.
Όταν τελειώσει δεν θυμάσαι τίποτα. Τέλεια.
Travelin’ Light

H Σαβαρέν δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς από πού ήξερε το κομμάτι. Της έκανε παλιακό αλλά της ανέβαζε και ένα κόμπο στο λαιμό που μάλλον αρνιόταν να παραδεχτεί. Δεν ήθελε συναισθηματισμούς και μαλακίες καλοκαιριάτικα. Αλλά όταν άκουγε τέτοια της τα ‘σκαγε στη μούρη χωρίς να τη ρωτήσει. Όταν της ανέβαινε ο κόμπος στο λαιμό, θύμωνε, γιατί δεν τον είχε καλέσει αυτή. Νοσταλγία, πίκρα και μοναξιά, όλα σε ένα γαμημένο κουβάρι. Δεν την έκαμπτε. Την τσάντιζε όμως. Χάζευε την παρέα με τα τρία ψωνισμένα μπροστά και το βλέμμα της κόλλαγε μαζοχιστικά γιατί θυμόταν τις διακοπές της όταν ήταν φοιτήτρια ακόμα. Φρίκαρε που πολλά από αυτά που έβλεπε σήμερα στα ψωνισμένα μπροστά, της θύμιζαν τις δικές της παπαριές. Σπατάλη ενέργειας, σκέφτηκε… Ταξίδευε μόνη της για Κω. Παραδίπλα, ο Στρούντελ ανυποψίαστος, διάβαζε το “Αstronomy Demystified” του Stan Gibilisco – ήθελε κάτι ελαφρύ και βατό για να αδειάσει το μυαλό του από το photoshop. Είχε το συνήθειο όταν ταξιδεύει να βγάζει τα παπούτσια του. Τα είχε στήσει όρθια, θεατρικά και ακαταμάχητα λουστραρισμένα σαν παπουτσοθέατρο, επίτηδες, για να τα βλέπουν οι περαστικοί στο διάδρομο και να κοιτούν με απορία και πνιχτά γέλια. Μόνο που το γέλιο της Σαβαρέν δεν ακούστηκε πνιχτό.
Album of the week ending 15.08.2009

Mayer Hawthorne
Strange Arrangement
(Stones Throw)
Θα πρέπει να αποδώσω ευχαριστήριες τιμές σε κάτι ύψιστο, τέλος πάντων, που αξίωσε να προσγειώσει ουρανοκετέβατα το ντεμπούτο αυτού του τριαντάρη στη ζωή μου. Σε μια εποχή που κατέφευγα μανιακά, στην γλυκιά φωνητική soul των πρώτων 70′s, ακούγοντας Dynamic Superiors, Dells και Main Ingredient, έρχεται ο Hawthorne -από το Detroit, παρακαλώ- να παίξει αγνή, αναλλοίωτη, αυθεντικότατη soul, από αυτό το είδος που δίνει νόημα στη γνησιότητα.
Το “Strange Arrangement” είναι ένα απολαυστικό soul album από έναν λευκό τύπο που πρέπει να μεγάλωσε με φθαρμένα σαρανταπεντάρια της Motown και της northern soul σκηνής. Παιγμένο εξ’ολοκλήρου από τον ίδιο, ακούγεται σαν ένα “σπιτικό” αλλά φιλότιμα ενορχηστρωμένο με επαγγελματικές προδιαγραφές “γειτονιάς” soul album που χαίρεται την αγάπη του για τους Delfonics και τους Dramatics. Tραγούδια σαν το “I Wish It Would Rain” και το ομώνυμο του δίσκου μοιάζουν να έχουν βγει από σκηνές στις οποίες οι “βοκαλατζήδες” στο υπόβαθρο στέκονται σε σχηματισμούς και δίνουν τους πιο γλυκείς και ευχάριστους εαυτούς τους στο “λιγωμένο” ακροατήριό τους.
Η soul του Hawthorne είναι smoothie. Απαλή, με αντηχήσεις που σου δημιουργούν ασφάλεια και ευδαιμονία. Απλώνεται με πολιτισμένη ευγένεια γύρω σου και γεμίζει το χώρο, όχι κατακτητικά, αλλά αποφασιστικά. Παίζει στο δίπολο του χορευτικού Motown tip και της μελωδικής σεμνότητας των φωνητικών σχημάτων των 70′s που έκρυβαν όλο το αναβράζον sex appeal τους πίσω από στιλιζαρισμένες χωρίστρες και κοστούμια που δεν φοβούνταν να στραφταλίσουν ξεδιάντροπα μπροστά στα μάτια σου. Το single “Just Ain’t Gonna Work Out” είναι ένα μικρό αριστούργημα και άλλο ένα τέτοιο είναι το “Maybe So, Maybe No” και άλλο ένα τέτοιο είναι το “One Track Mind”…
Ο ίδιος ο Hawthorne, δε, νιώθει την ανάγκη να τραγουδάει με την ηπιότητα και την επίφαση χλιδής που είχε η αστρόσκονη της Philadelphia. Σε κανένα σημείο δεν αφήνεται να καταδείξει την… λευκότητά του – προσπαθεί φιλότιμα, πιστά και για αυτό ιδανικά να αποδώσει το συναίσθημα. Ό,τι τον κάνει απίθανο, δεν είναι η πρωτάκουστη μελωδική φλέβα του -δεν είναι τέτοια, σε καμία περίπτωση- αλλά η συγκινητική προσήλωσή του σε κάτι που για τον ίδιο δεν είναι καθόλου vintage αλλά κανονική καθημερινότητα.
Album of the week ending 08.08.2009


Frankmusik
Complete Me
(Apparent / Island)
Μετά τον Mika και τον Sam Sparro, ο Vincent Turner, δηλαδή ο Frankmusik είναι η καινούρια ένοχη απόλαυση της pop που έχει μυαλό, παραπάνω τσαγανό και αναμφίβολα μεγαλύτερο cutting edge από το μέσο rock γκρουπάκι του NME. O Vincent, λέει βαφτίστηκε έτσι για να τιμήσει τον παππού του, βετεράνο electro pop μουσικό – ήγγικεν λοιπόν η ώρα που τα εγγόνια παίρνουν τα ηνία στα synths…
Η pop που φτιάχνει ο Turner στο ντεμπούτο του “Complete Me” είναι καθαρά πρώτου επιπέδου. Δεν έχει δεύτερο, πόσο μάλλον τρίτο και βάλε. Είναι επιφανειακή, λαμπερή, φαντασμαγορική, δυνατή και εξαιρετικά καλοφτιαγμένη, χάριν κυρίως στον δαιμόνιο Stuart Price που κάνει την παραγωγή, με όλο το άχτι της απελευθέρωσής του μετά το “Confessions On A Dance Floor”. Χορευτική, ιδρωμένη, εντελώς προκλητική (στο “When You’re Around” δανείζεται στα κουπλέ τη μελωδική γραμμή του “Golden Brown” των Stranglers για να παίξει hi-NRG και στο “Vacant Heart” “πατάει” πάνω στην “Carmen” του Malcolm McLaren) και ακραιφνώς gay – βρωμοκοπάει poppers και βαθιά νύχτα με strobes. Ωστόσο, ακούγεται τολμηρή, γενναία και… σχεδόν στρατευμένη, ξεκάθαρα ταγμένη στο μαντρί του PVC και των bleeps. Παράδεισος για προηγμένο -χωρίς παρενέργειες- MDMA.
To πραγματικά απολαυστικό πλεονέκτημα του Turner είναι ότι τραγουδάει γαμάτα παρότι είναι ψευδός. Ή μάλλον για αυτόν ακριβώς το λόγο τραγουδάει γαμάτα. Η φωνή του είναι εξαιρετική – τίποτα λιγότερο. Υπηρετεί με παρρησία το φρενήρες, συμπαγές pop συνολάκι του, με έναν τρόπο που μοιάζει να βάζει στοίχημα ότι δεν θα ανασάνει πουθενά. Έχεις την αίσθηση ότι ο Turner τραγουδάει με μια αναπνοή όλα τα κομμάτια του – όλα ένα κι ένα, δυνητικά singles. Βέβαια χρησιμοποιεί βουλιμικά όλα τα “πρέπει” ενός ικανού, σύγχρονου pop τραγουδιστή: ευέλικτες ψιλές, καθαρότητα στο μέταλλο, τίγκα φαλτσέτα, παιχνιδιάρικα ρεφρέν, μελοδραματικές κορώνες, φρεσκάδα μαζί με μια αίσθηση πείρας που κουβαλάει, ανεξήγητα από πού. Εκτός αν τα remixes που έχει κάνει σε Pet Shop Boys, Radiohead, CSS, Mika λογαριάζονται ως εμπειρίες που του δίνουν αυτόν τον αέρα του πεπειραμένου.
Στο μουσικό υπόβαθρο, το στοίχημα που κερδίζεται, φαίνεται να ήταν αρχικά, να βάλει να παρελάσουν όλα τα electro “ενέσιμα” μικρόβια που μας έχουν καρφωθεί στο ασυνείδητο από τότε που οι Telex πήγαιναν στην Eurovision το 1980: το italo του Bobby Orlando, το hi-NRG του Patrick Cawley, το γαλλικό phat electro των Daft Punk συγχωνεύονται υπό την εποπτεία του Stuart Price σε ένα άρρηκτο σύνολο, που κάνει θόρυβο -οργανωμένο, είπαμε, όχι ό,τι νάναι- που θες να χορεύεις μέχρι να γονατίσεις. Το single “Better Of As 2″ ακούγεται θαυμάσιο -ένα έγκλημα για πολλούς ανθρώπους, μερικούς από τους οποίους γνωρίζω προσωπικά- και άλλα από δω, όπως το αμερικέν “Wonder Woman” που μοιάζει να βγήκε από νεανική 80′s ταινία ή το χορταστικό ως παραγωγή ”Time Will Tell”, θα γίνουν τοτέμ σε πίστες και σε ραδιόφωνα που τους αρέσει να γεμίζουν το χρόνο τους για πάντα, με αυτό το “τσίκι-τσίκι” που κάνουν τα syndrums.
Άφυλος, θρασύς όσο πρέπει για να διαλύει το σύνδρομο του “καλού παιδιού” και με υφάκι που σε κάνει να συμπεριφέρεσαι νευρωτικά ανάμεσα στο “θέλω να σου σπάσω τα τσαούλια” και στο “θέλω να σου κάνω ό,τι ποτέ δε σου έχουν κάνει”, ο Frankmusik είναι η εκδίκηση της μετροσεξουαλικής pop.
Ήσυχες Μέρες Αυγούστου
Ξεφυλλίζω τα free press της πόλης και αν δε ζούσα εδώ θα ένιωθα ότι αντιπροσωπεύουν μια never-never land στην οποία οι τέχνες ακμάζουν και οι δραστηριότητες των ανθρώπων είναι θεόπνευστες. @ Σηκώνω το βλέμμα μου και βλέπω ένα σκλαβοπάζαρο. @ Νιώθω ότι η μόνη ευτυχία σε αυτό το κολαστήριο – πόλη, πηγάζει από τους μικρόκοσμους κάποιων κρυφοχαμογελαστών εξόριστων. @ Τον Αύγουστο αδειάζουν οι δρόμοι από τα αγχωμένα vibes. @ Οι άνθρωποι τα ντύνουν, τα στολίζουν και τα μεταφέρουν σε παραθαλάσσια μέρη. @ Οι καλύτερες βόλτες ξαναγίνονται στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. @ Τα πιο ευφραντικά φαγητά γίνονται στους πίσω δρόμους. @ Οι πιο όμορφοι άνθρωποι κινούνται σε μπαλκόνια που με διάφορους τρόπους διατηρούνται δροσερά. @ Οι ρυθμοί αποκτούν μια πολυτελή κανονικότητα. @ Είναι ένας πρόσφορος καιρός να ανακαλύψεις εκ νέου το παλιό. Όπως ας πούμε τη σπουδαιότερη τραγουδίστρια των ανθρώπινων συναισθημάτων. @ Αυτών που συμβαίνουν ερήμην μας.
