All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Album of the week ending 30.05.09

JackJack Penate
Everything Is New
(XL Recordings)

Τον αγαπώ αυτόν τον τύπο. Βαθύτατα. Όχι επειδή είναι συνθετάρα (τείνει να γίνει ταχύτατα), όχι επειδή φτιάχνει σπουδαία pop (τείνει να την φτάσει), όχι επειδή είναι στη λίγκα των απαστραπτόντων νέων τραγουδοποιών (θα μπει – ό,τι στοίχημα, θέλετε). Τον λατρεύω τον Jack Penate επειδή ερμηνεύει σαν να ξεκαρδίζει τα τραγούδια του, σαν να φέρνει τα μέσα έξω και τα πάνω κάτω από τα σωθικά του. Έχει ένταση, αφοσίωση, βάθος και ένα πάθος απέναντι στα πάντα – όλα όσα θεωρεί άξια να τραγουδήσει. Τον λατρεύω τον Penate επειδή όχι μόνο ξέρει να τραγουδάει αλλά και επειδή τονίζει κάθε συλλαβή του, δίνει έμφαση σε κάθε απόληξη και κάθε λεπτομέρεια των λόγων του. Φρέσκος. Ειλικρινής. Ακαταμάχητος.

Και επικίνδυνα ιδρωμένος.

Το δεύτερο αυτό album του είναι δέκα φορές καλύτερο από το -έτσι και αλλιώς- απολαυστικό ντεμπούτο του, “Matinee”. Τρώει μια απίστευτη πετριά ξαφνικά, ανακαλύπτει την tropicalia και το merengue, στήνει ένα συναρπαστικά ζωντανό και ερωτικό πανηγύρι με τους ρυθμούς, ενώ παραμένει πιστός στην παράδοση του βρετανικού αστικού pop funk, αυτού που στις αρχές της δεκαετίας του ’80 απέδωσε αριστουργήματα από τους Blue Rondo A La Turk, τους Funkapolitan, τους Style Council και τους Maximum Joy. (Ψάξτε τους όλους αμέσως). Ο Penate πιστεύει στη δύναμη του τραγουδιού. Αυτό είναι ο πυρήνας της μουσικής του. Απολαμβάνει πρώτα ο ίδιος το πόσο μαγική επίδραση μπορεί να έχει ένα δυνατό ρεφρέν στην διάθεση αλλά και στην ψυχή του. Γι΄αυτό και σκαρώνει με ευλάβεια και σεβασμό, τραγούδια που θες ταυτόχρονα να τα χορεύεις, να τα τραγουδάς και να τα χρησιμοποιείς ως εξομολογήσεις. Προσωπικά δεν ζητάω τίποτα άλλο…

Το “Everything Is New” στα δικά μου αυτιά ακούγεται συναρπαστικό και “θεαματικό”. Έχει “νυχτερινά” τραγούδια (μανιασμένα ρυθμολόγια για την ώρα που δύει ο ήλιος σε παραλία) που αιτούν να σπας τη μέση σου στο ρυθμό των κρουστών. Είναι λευκά στο στιλ και μαύρα στην εξωστρέφεια, φιλόδοξα, με καταπληκτικά δεύτερα φωνητικά που εκτείνονται σε όλο το album, ευοίωνα και ελαφρά μεθυσμένα – τόσο όσο χρειάζεται για να μην χάσουν τα βήματα του hustle ή της samba.

Στην καρδιά του, το “Everything Is New” έχει περήφανη γαλανομάτα soul με δόξα και τιμή. Και μια σειρά αριστουργήματα για να σε δαιμονίζουν με ενορχηστρώσεις που πάντα αναρωτιόσουν γιατί “κανείς δεν τις κάνει έτσι…” Εδώ βρίσκεται ένας τύπος πενταπρόθυμος, έτοιμος star (στη δική μου καρδιά – νιώθω παραδομένος fan μετά από πολύ καιρό), καταπληκτικός τραγουδιστής (ακούς τις ανάσες του να τρεχοβολάνε στις λήγουσες…) και συνθέτης ένα βήμα πριν το απόλυτο. Το “Tonight’s The Night” είναι ένα αριστούργημα, εθιστικό και κλασικό, το ομώνυμο του album και το “Be The One” είναι τα τραγούδια που μου επιβάλλουν να καταχωρήσω το album αισθητικά, κοντά στο “Remain In Light” των Talking Heads και συναισθηματικά κοντά στο “Lexicon Of Love” των ABC. Το “Every Glance” είναι η μελωδία που δεν έγραψαν ποτέ οι Cure επειδή ίσως τους είχαν προλάβει ήδη οι Ultravox και οι Simple Minds… Το “Give Yourself Away” είναι το μοναδικό κοντινό στην λατινόπρεπη κουλτούρα που μπορώ με χαρά να ακούσω, το “Let’s All Die” μοιάζει λες και ο Elvis Costello κάνει πλάκα στους Dexy’s Midnight Runners και το “Pull My Heart Away” είναι σαν το “High On Emotion” του Chris De Burgh σε πιο εκσυγχρονισμένη street και πολιτισμένη εκδοχή. Και όλα αυτά, με μια σφραγίδα μόνο δική του, χωρίς δανεικά μελάνια.

Νομίζω βάζω με όλη μου την καρδιά άριστα, σε αυτό το album. Το αγάπησα ακαριαία και σαν κάτι περίεργους έρωτες που αψηφούν τη φθορά, μοιάζει να φουντώνει μέσα μου όλο και περισσότερο με τις συνεχείς ακροάσεις (σε σημείο να σπάω τα νεύρα των συνεργατών μου…)

Εθίστηκα ζόρικα.

29/05/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Uncategorized | 7 σχόλια

Technodelia

Strawberry

Γεια σου αγάπη μου. Άκουσα ένα φιλί από σένα. Κόκκινο μαγικό σατέν παίζει κοντά επίσης. Σε όλη την πρωινή βρoχή. Κοιτάζω – ο ήλιος δεν λάμπει. Ουράνια τόξα και σταγόνες βροχής τρέχουν στο μυαλό μου. Στον κήπο – κοιτάζω δυτικά. Μωβ ντους, καμπάνες και τσάι. Πορτοκαλί πουλιά και ξαδέλφια του ποταμού ντυμένα στα πράσινα. Όμορφη μουσική ακούω – τόσο ευτυχής. Και δυνατά – ένα μπλε λουλούδι αντηχεί. Από ένα κερασένιο σύννεφο. Νιώθω την αχτίδα του ήλιου, ροζ και γαλάζια. Οι αυλές θα γελάνε αν προσπαθήσεις να ρωτήσεις. Είναι ωραία; Είναι ωραία; Αν φτάσεις και δεν με δεις. Θα είμαι με το μωρό μου. Είμαι ελεύθερος – πετάω μέσα στα χέρια του, πάνω από τη θάλασσα. Λεκιασμένο παράθυρο, κίτρινη καραμελένια οθόνη. Δες ηχεία από χαρταετό – με βελούδα τριαντάφυλλα να φτιάχνουν πτήσεις ελευθερίας. Ένα δώρο από σένα – φραουλένιο γράμμα 22. Η μουσική παίζει, κάθομαι για λίγο…

23/05/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Human | 3 σχόλια

Album of the week ending 23.05.09

Passion Pit - MannersPassion Pit
Manners
(Columbia)

Οι πενταμελείς Passion Pit από την Μασσαχουσέτη είναι μάλλον ο πιο πρόσφατος κόμπος του νήματος που ξεκουβάριασαν οι Sparks και συνέχισαν πρόσφατα οι Yeasayer, οι ΜGMT και οι Empire Of The Sun. Αμερικανικό, αυθαίρετο electrock που δεν χωράει σε συγκεκριμένα στιλιστικά ρούχα. Αν οι Αμερικανοί πρέπει να έχουν ένα λόγο μέσα στην τελευταία πενταετία για να νιώθουν περήφανοι στην πρωτοπορία, αυτός έχει να κάνει με τον τρόπο που η νέα γενιά τους αντιλαμβάνεται το πάντρεμα των synths με την βαρύτητα του rock και την αποενοχοποιημένη disco. Όλα χωνεμένα και βγαλμένα ως ένα.

Εδώ είμαστε.

Ο Μιχάλης Αγγελάκος (Michael Angelakos, αυτό δε σημαίνει;) τραγουδάει σαν πριμαντόνα Jeff Lynne ή σαν γλωσσάς Barry Gibb με μια άφυλη άνεση που δεν δικαιώνει σίγουρα τους macho αρσενικούς fans τους αλλά ούτε και προγκάει τα θηλυκά. Μάλλον διαπραγματεύεται ανάμεσα στα δύο. Οι άλλοι γύρω του ως μπάντα παίζουν ένα “μουρλής πανηγύρι” που ακούγεται τόσο μεθοδικά αναρχικό και γιορταστικό που σούρχεται να πετάς τα ρούχα σου χορεύοντας, πριν καν ιδρώσεις. Οι Passion Pit σε κάνουν να θες να πετάς τα ρούχα σου και επιπλέον να μην ντρέπεσαι για αυτό. Άρα πετυχαίνουν.

Επιπλέον γράφουν γαμάτα τραγούδια.

Τ’ ακούς δηλαδή και δεν ξέρεις από πού να το πρωτοπιάσεις να τους παινεύεις. Που έχουν ενσωματώσει τόσο θεϊκά τον… γαλλοϊταλικό άξονα (italo disco μαζί με french house); Που γράφουν μελωδίες τόσο γερές και αυτόνομες που δεν έχουν ανάγκη κανέναν; Που η παραγωγή τους στέκεται σαν ένα εστετίστικο state of the art επίτευγμα; Που περιοδικά, από το Rolling Stone μέχρι το Pop Matters, θεωρούν υποχρέωσή τους να τους θεωρήσουν “είδηση πρωτεραιότητας”; Που ό,τι κι αν θυμίζουν δεν σε νιάζει μια, γιατί… καμία δεν σου έρχεται στο μυαλό, με την πρώτη, από τις αναφορές τους; Που αισθάνεσαι ότι γράφουν τα τραγούδια τους έχοντας ήδη αγαπήσει τους ακροατές τους; Που θες να τους ακούς κάθε βράδυ την ώρα που σουρουπώνει να σου δινουν ρυθμό σε όποια ασχολία έχεις αποφασίσει να επιδοθείς;

Θα βρείτε πολλούς λόγους στο “Manners” -σχεδόν όσους και τα κομμάτια του- για να κουνηθείτε και να νιώσετε αναπόσπαστα μέρη της μοντερνιτέ (“The Reeling”), να αισθανθείτε πολίτες ενός γρήγορα μονταρισμένου ντοκιμαντέρ ευρωπαϊκού -ναι, ευρωπαϊκού- patchwork (“Folds In Your Hands”), να μπείτε στα γρανάζια της αμερικανικής νέας ιντελιγκέντσιας που γεφυρώνει τους Flaming Lips με τους Foxglove Hunt (“Swimming In The Flood”) και να κάνετε δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις επειδή προσφέρεται το περιεχόμενο (“Seaweed Song”).

Πανέμορφος και πλούσιος και σπουδαίος και έξυπνος και αρχοντικός δίσκος. Μπράβο στον Μιχάλη. Τον Αγγελάκο.

19/05/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Album Of The Week, Music | 2 σχόλια

Η αλητεία της αλλαζονίας

Depeche Mode 1980

Άκουσα τον Dave Gahan για πρώτη φορά στο ραδιόφωνο. Το 1981. “I Stand Still Stepping On The Shady Streets And I Watch That Man To A Stranger“… Αυτά τα λόγια ήταν τα πρώτα που έφτασαν στα αυτιά μου. Αρχικά μού έκανε εντύπωση το πόσα μαζεμένα “S” μπορεί να χωρέσει κάποιος. Μετά καθηλώθηκα. ‘Ηθελα να είμαι έτσι. Ήθελα να είμαι αυτό που άκουγα. Το τραγούδι έβρισκε τις χορδές μου. Πρόβαλλα στα λόγια που άκουγα μια προσωπική εικόνα μου. Γινόμουν αυτό. Ήμουν αυτό. Ένιωσα δέος, αγάπη, πόθο, δύναμη, κλάση. Ταυτόχρονα. Από τότε έχτισα πάνω σε αυτό. Πότε κρυφά και πότε φανερά. Πάντα όμως με τα λόγια να με κυνηγάνε σαν να τους χρωστάω αφοσίωση και υποταγή. Ακόμα το νιώθω. Κάθε φορά που φτάνω στο ρεφρέν υπόσχομαι “νέα ζωή“. Σε μένα και σε όποιον δικαιούται να είναι αποδέκτης.

Είδα τον Dave Gahan έξι μήνες αργότερα, στην τηλεόραση. Φορούσε ένα λευκό πειρατικό πουκάμισο με φιούμπα στο στέρνο, φαρδιά, μπουφανωτά μανίκια και ένα παντελόνι μαύρο που ξεκινούσε από ένα σφιχτό πλατύ ζωνάρι στη μέση, απλωνόταν σε ένα αυθαίρετα τεράστιο ανάπτυγμα και κατέληγε πάλι σφιχτό στους αστράγαλους. Δέος, αγάπη, πόθος, δύναμη, κλάση. Μόνο που είχα και εικόνα τώρα. Ένας τύπος που δεν ένιωθε (ούτε στο μέλλον ένιωσε…) ακριβώς τι λόγια τραγουδούσε, αισθανόταν όμως σε κάθε πόρο του σώματός του τη φωνή του, την έντασή της, το δέος της (που έγινε δικό μου), την κλάση της (που φόρεσα βουλιμικά) και την αφοσίωση (στην οποία απαρέγγλιτα θήτευσα).

Άλλαξε τη ζωή μου. Hysterika.

Μετά ήρθε η Αμερική. Η σπίντα. Η βουλιμία. Το λαχάνιασμα του “more”… Ο Cobain. Η λήθη. Τα stetson. Το rock star. Τα λιπόσαρκα photo sessions. Το ασπρόμαυρο. Οι έρημοι. Οι φτηνοπουτάνες. Οι αποστάσεις. To γρέζι. Ο φόβος. Τα αραιά ραντεβού. H αφαίρεση. Οι άλλες αναγνώσεις των blues. Οι κακές ρυτίδες (εκείνες του τρόμου ανάμεσα στα μάτια). Οι θορυβώδεις μπότες. Και πάλι “more”…

… Και χαμήλωσα το κεφάλι μου γιατί με άδειασε σαν ξεφτιλισμένος προδότης.

16/05/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Human | 3 σχόλια

Album of the week ending 16.05.09

NeilsChildrenNeils Children
X.Enc
(Structurally Sound)

Tρελλαίνομαι που ο John Linger, τραγουδιστής και κιθαρίστας των τριμελών Neils Children από το Cheshunt της Αγγλίας, τραγουδάει μονίμως σαν να του πήραν το παιχνίδι του. Παραπονιέται με λυγμούς που αρμόζουν στην μετα-punk νοοτροπία των groups μιας νέας γενιάς που γνωρίζει καλά ότι το emo γεννήθηκε και ανδρώθηκε μέσα στα αμπέχωνα του Ian McCullogh των Echo & The Bunnymen και μέσα στις όξινες κιθαριστικές ριπές των Gang Of Four.

Emotional britishness. Αυτό. Ξεκάθαρα.

Το “X.Enc” είναι ένα απεγνωσμένο album. Έχει ξεσηκώσει σταυροβελονιά, όλα τα κιθαριστικά τερτίπια του “Entertainment” των Gang Of Four και τα πλέκει σε καμβάδες που είναι ποτισμένοι με δάκρυα και ιδρώτα (λείπει το αίμα, για το camp της υπόθεσης). Παίζουν ρυθμικά, κοφτά μοτίβα θυμίζοντας την απόλυτη τομή μεταξύ Wah Heat! και Jam, έχουν αγωνίες που μετουσιώνουν σε δραματικές οιμωγές και πιέζουν προς τα “δεξιά” συγκροτήματα σαν τους Kaiser Chiefs, αποδεικνύοντας ότι, ναι, χωράει ο διαχωρισμός mainstream – alternative σήμερα. Ακόμη και σήμερα.

Το single “I’m Ill” ακούγεται υπέροχα αφελέστατο μέσα σε μια αυθόρμητη αθωότητα που σε συγκινεί, ενώ άλλα, σαν το “Exchange” ακούγονται σαν εμβατήρια – καλέσματα σε έναν ψυχολογικό πόλεμο ανάμεσα στις δυνάμεις του σκότους και της διανόησης. Υπέροχα. Θες να αράξεις σε μια πολυθρόνα και να απολαύσεις το θέαμα. Όταν έρθει, βέβαια, η ώρα να συμμετάσχεις συναισθηματικά, νιώθεις άβολα… Ο Brandon Jacobs κοπανάει τα τύμπανά του με μια προσωπική τελετουργική μανία και ο Keith Seymour τσιμπάει το μπάσο με μια περιπαιχτική, σχεδόν σεξουαλική διάθεση. Σαν να ψάχνει το G-Spot του… Στο “Communique” ας πούμε νιώθεις να ερεθίζεσαι κανονικότατα με τις κοφτές σφαλιάρες της rhythm section και στο “I Can’t See You” αισθάνεσαι ότι μπορεί και να μπέρδευες τους Neils Children για νεοϋορκέζους, από αυτούς της φάσης των Interpol που ανακάλυψαν το post punk με το άναυδο βλέμμα που θα είχαν αν τύχαινε να δουν δεινόσαυρο μπροστά τους…

Μην το ξεπετάξετε το “X.Enc”, ως νεο-vintage. Έχει μια σπουδαία ψυχή στον πυρήνα του. Ακούγεται πιστό, αφοσιωμένο και αδιαπραγμάτευτο. Αν αναπτύξετε όμως μια σχέση μαζί του και το κερδίσετε, διαλύεται μπροστά σας σαν ερωτευμένος έφηβος και σας υπόσχεται παντοτινή αγάπη…

15/05/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Album Of The Week, Music | 3 σχόλια

Ανέμελα τσαούλια

cows

Πήγα στην εξοχή. @ Ενόσω διεξαγόταν μια πολύ rock ‘n’ roll συνέντευξη Τύπου, εγώ μαγνητίστηκα από τις αγελάδες που ξέγνιαστες έβοσκαν στη χλόη. @ Από κείνη την ποικιλία με τους μεγάλους καφέ και μαύρους λεκέδες. @ Δεν πίστευα στα μάτια μου. @ Συνειδητοποίησα ότι καθόλου rock δεν είμαι. @ Μα καθόλου; @ Βρήκα πολύ πιο “εμπνευστικό” τον slow motion τρόπο που μασούσαν την πρασινάδα τους. @ Αυτή η χαλαρή κίνηση του κεφαλιού τους προς τα κάτω, για να θερίσουν με τις μουσούδες τους το χορταράκι, μου θύμισε πολύ τα άκακα μηρυκαστικά που στόλιζαν ένα εξώφυλλο των KLF. @ Μου ήρθαν εκατόν πενήντα ιδέες ξάφνου. @ Ήθελα να τις γράψω όλες μαζί κάπου μην τις χάσω. @ Δεν έγραψα καμία. @ Τις στοίχισα στο μυαλό μου και απλά περιμένω την καθεμιά να βγει όταν έρθει η ώρα της και καταφέρει να σπρώξει την πόρτα του κελιού της. @ Οι αγελάδες δεν νοιάζονταν ούτε για co-headliners, ούτε για Green festival, ούτε για vibe stage. @ Θυμήθηκα ότι η μακαριότητα είναι η πηγή της ευδαιμονίας. @ Λευκό μυαλό = ευτυχής ψυχή. @ Less is more. @ Απουσία πληροφορίας = ελαχιστοποίηση τραύματος @ Κοιτάζοντας τις αγελάδες, ένιωθα σταδιακά να υποχωρεί ο βόμβος της ανθρώπινης σύναξης γύρω μου. @ Όσο εστίαζα στα σαγόνια της αγελάδας, τόσο υποχωρούσε αργά, σαν fade out, το δημοσιογραφικό buzzin’ τριγύρω. @ Όσο περισσότερο έκανα zoom in στο υπέροχο μουσούδι της, τόσο σαν dub μεγεθυνόταν ο ήχος του μασημένου χορταριού, με echo, fuzz και όμορφη, βελούδινη παραμόρφωση. @ Οι αγελάδες τεμπέλες, με ζυγισμένο, σοφό βήμα, κουνιόντουσαν μόνο όταν έπρεπε να κάνουν λίγο παραδίπλα, για πιο παχύ χορταράκι. @ Ούτε χρώματα φορούσαν, ούτε κάμερες κρατούσαν. @ Δεν μετείχαν σε καμία μέθεξη, δεν έμοιαζαν να είναι ζωισμένες για ροντέο, δεν ένιωθαν καν ότι δεν είναι μόνες τους. @ Ζήλεψα τα τσαούλια τους. @ Μετά θυμήθηκα πόσο αγαπώ ένα τραγούδι και υποσχέθηκα στη μία αγελάδα -αυτή τη γριούλα την μπροστινή- ότι θα τρέξω να το μοιραστώ μαζί σας γιατί λέγεται “Let’s Get Together” (concept πολλαπλά ταιριαστό) και είναι του 1977 (στο προσωπικό μου top 20 από την συγκεκριμένη δεκαετία), τότε που οι αγελάδες πρωταγωνιστούσαν στην pop κουλτούρα, όχι όπως εκεί που βρέθηκα που τους γύριζαν την πλάτη. @ Το τραγούδι είναι των Pam Todd & The Love Exchange και πέραν του g που είμαι σίγουρος ότι θα εκτιμήσει την αστραφτερή σπανιότητά του (επειδή ακούει με τον ίδιο χαοτικό τρόπο μουσική), πιστεύω ότι όχι ιδιαίτερα πολλοί, μπορούν να νιώσουν την απόλυτη ταύτιση που συνέβη στο μυαλό μου μεταξύ της παραπάνω εικόνας και του τραγουδιού. @ Moo.

09/05/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Human | 4 σχόλια

Glam Slam

jarvisfurthercomplications1Jarvis Cocker
Further Complications
(Rough Trade)

Αυτό που γουστάρω πολύ στο καινούριο album του Jarvis (μετά από κείνη την απόλυτη -ομώνυμή του- μαλακία που είχε κάνει πριν τρία χρόνια και αυτοδιαγράφηκε από το χάρτη των “με λόγο και αιτία” εκκεντρικών) είναι ότι μοιάζει με 1972 και νομίζεις ότι από κάπου θα ξεμυτίσει ο David -Ziggy- Bowie και θα αρχίσει να γλύφει τις κιθάρες του Mick Ronson και λίγο πιο κει ο Bryan Ferry θα παριστάνει τον τραβεστί στους Sweet και αυτοί θα χαζογελάνε πάνω στους ασημένιους κοθόρνους τους.

Νιώθω σαν να ξέρω τι πήγε και είπε στον Steve Albini στο Chicago για να του κάνει την παραγωγή: “Steve, θέλω να κάνουμε ένα δίσκο που να είναι glam. Εσύ θα παριστάνεις τον Tony Visconti, εγώ τον Ziggy και οι δύο μας θα κάνουμε ότι βρισκόμαστε στην προβερολινέζικη περίοδό μου!” O Steve προφανώς βρήκε εξαιρετική την ιδέα και έκατσαν μαζί στο στούντιό του να φτιάξουν ένα album που αμήχανα ονόμασαν “Περαιτέρω Επιπλοκές“. Αν μη τι άλλο, ο Jarvis είναι όλο φαεινές. Και ο Steve, όλο προθυμία.

Το “Further Complications” είναι στ’ αλήθεια ένας δίσκος στα όρια του γκροτέσκου. Ακούς το “Homewrecker!” ας πούμε, και νιώθεις ότι θα βγουν οι Roxy Music να τον μηνύσουν για το “Virginia Plain” τους, που παίρνει και του αλλάζει τα φώτα. Νιώθεις ότι θα βγουν οι δικαιούχοι του Marc Bolan και θα ζητήσουν δικαιώματα για το ομότιτλο κομμάτι του album. Ακούς το “Hold Still” και νομίζεις ότι θα βγει ο Paul McCartney με τους Wings και θα αρχίσουν να τραγουδάνε όλο πόζα και χαρά, το “Let Me Roll It”. Και παρακάτω, στο “Fuckingsong” νομίζεις ότι θα βγουν οι Slade να τον δείρουν που τους κλέβει την ιδέα να παίζει ένα rock τύπου macho αλλά που στην ουσία του είναι πάρα πολύ pop και μαλακό σαν βάφλα από το παλιό καλό Milky Way. Στο “Caucausian Blues” πιστεύεις ακράδαντα ότι ακούς διασκευή. Δεν είναι όμως. Απλά κοπιάρει υπόγεια το “Sufragette City” του Bowie. Και στο “Leftovers” μοιάζει με όλη εκείνη την μετά-Yardbirds γενιά των αγγλικών groups που ανακάλυπταν στις αρχές των 70′s, το Delta του Mississippi και το μετέφραζαν σε ηλεκτρικό blues rock ‘n’ roll – από Led Zeppelin μέχρι Cream και πάλι πίσω…

Στα μόνα τραγούδια που ξεφεύγει από το vintage glitter rock είναι στο “You’re In My Eyes (Discosong)” (μοιάζει περισσότερο με… την περίοδο του “Golden Years” του Bowie -funky, groovy, nasty- παρά με την περίοδο του Ziggy) και στο “Slush” που νιώθεις ότι οι Television και οι Pere Ubu ξαναενώθηκαν και περιοδεύουν μαζί. Μπορείς τώρα να ξαναβάλεις το καμπανάτο jean στην ντουλάπα.

Δεν είναι ωστόσο, άσχημο δισκάκι το “Further Complications. Ακούγεται νοσταλγικό επειδή καμώνεται ότι το new wave και το punk δεν συνέβησαν ποτέ, έχει μερικά όμορφα τραγούδια που παίζονται ιδανικά σε live (σε κείνα τα live που έχεις χύσει τα μισά ποτά σου πάνω στην μπλούζα σου από μια ευδαιμονική τύφλα) και έχει και ένα μορφωμένο attitude που θέλει να επιβάλλει τις ρίζες του pub rock ως περήφανη σημαία.

Είναι όμως ασήμαντο δισκάκι το “Further Complications”. Δεν αφορά και πολύ κόσμο πέρα από την αυτοεπιβεβαίωση του Jarvis που συνεχίζει να γράφει στίχους σαν διχασμένος nerd, του ίδιου που δεν έχει καμία σχέση πλέον με την αίσθηση των Pulp, που μεγαλώνει σαν σνομπ ροκάς που επειδή ξέρει πολλά και είναι ετοιμόλογος νομίζει ότι θα ξεγελάσει αυτούς που τον λάτρεψαν στα 90′s.

07/05/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 1 σχόλιο

Album of the week ending 09.05.09

shawn-leeShawn Lee
Soul In The Hole
(Ubiquity)

Nα, αυτά είναι που σε κάνουν να καίγεσαι ευχάριστα, εκεί που κάθεσαι στα καλά της καθιστής. Με το που μπαίνει το ομώνυμο τραγούδι αυτού του album (Shawn Lee featuring… Shawn Lee) ακούς… τον Al Wilson από το 1969 να πετάει τις σκούφιες του σε ένα mod soul classic που ορκίζεσαι ότι έχει όλη τη σκόνη του ντουνιά πάνω του. Συνεχίζεις με το “Jigsaw” (Shawn Lee featuring Nicole Willis) και αισθάνεσαι ότι ακούς ένα northern soul classic του 1966 από τους Artistics και ορκίζεσαι ότι πέραν ενός – δύο a-sides από 45άρια singles, οι Artistics και όλα εκείνα τα γκρουπάκια με τα μικρά, “κόμοδα” ονόματα της northern soul μυθολογίας, δεν έχουν φτιάξει τίποτα άλλο στην μυθικά βραχεία καριέρα τους…

Η πετριά που έχει φάει ο Shawn Lee σε αυτό το album δημιουργεί μια όαση πολιτισμού. Ανατρέχει στην soul ιστορία των late 60′s – early 70′s, παραμένει εκεί, περιειγείται σε ασπρόμαυρα soul bars του αμερικανικού Νότου (με ξεχασμένους στο χρόνο ρατσιστικούς κανονισμούς, αλλού οι λευκοί αλλού οι μαύροι – ει δυνατόν καθόλου λευκοί, ή καθόλου μαύροι) ανεβαίνει Detroit για να νιώσει την μυρωδιά της Hitsville, μπαίνει στις πρώτες δισκοθήκες της Νέας Υόρκης με τα τετραφωνικά ηχεία και τις δειλές πίστες που δεν φιλοξενούν πλέον big bands και καταλήγει -ίσως- σε κάποιο session της εταιρίας Loma στο Chicago (μπορεί σε ένα session της Lorraine Ellison με τους Apollas…) ή στην Curtom του Curtis

Το “Soul In The Hole” δεν είναι vintage. Είναι απλά ένα μεταφερμένο στο χωροχρόνο καλούδι που σε ιδρώνει και από τους πόρους σου τρέχει ζεστή αραιωμένη σοκολάτα.

Από την Wichita στο Los Angeles και από κει στο Λονδίνο, ο Shawn Lee κώλο δεν έβαλε κάτω – λύσσαξε να την ψάχνει, να σκαρώνει, να παράγει, να πειραματίζεται και να φτάνει σε τραγούδια σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας. Μετά από τη μικρή θητεία του στην Wall Of Sound, στο Λονδίνο άραξε στην Ubiquity όπου μία με τον Clutchy Hopkins (ποιος σκατά είναι άραγε ο Clutchy Hopkins;) μία με τους Ping Pong Orchestra, μία με τα μουσικά τετράδιά του (“Moods And Grooves”, “Strings And Things” και τα ρέστα) μία με δισκάκια αυθεντικού, αναστατωμένου soul ρεαλισμού, έχει καταφέρει να κάνει αυτό που όφειλαν οι περισσότεροι σήμερα της ανεξάρτητης δισκογραφίας και δεν κάνουν, γιατί όσο νάναι, θέλει αρχίδια: να την ψάξουν βαθιά και να μη σταματήσουν στο πρώτο πετρώδες εμπόδιο που θα βρει το στιλιάρι στους στο χώμα…

Και τον κοιτάς και στο οπισθόφυλλο και βλέπεις κάτι σαν το πρωτανήψι του Neil Young και όχι του Curtis Mayfield. Εύλογα σταυροκοπιέσαι.

Οι καλεσμένοι κάνουν σε αυτό το album πάρτι. Από κείνα τα πεφωτισμένα πάρτι στα οποία γράφεται ιστορία, όπου όλοι σε κύκλο κοιτούν τον τραγουδιστή ανάμεσα που δίνει την performance του και μετά το προσφέρουν ευγενώς στον επόμενο που μπαίνει στον κύκλο… Από τον κύκλο αυτό δε λείπει ούτε ο Paul Butler των Bees, ούτε ο ένδοξος Darondo, ούτε η Fanny Franklin, ούτε η Kirin Lee, ούτε η Karime Kendra που ερμηνεύει εξαιρετικά τη μοναδική διασκευή του album, “Something” από το album “Have A Good Time” του Al Green στην Hi το 1976…

Τελειώνοντας το album σε αφήνει με την επίγευση του εξαιρετικού “Stuff”. Παρότι sleazy mid tempo, όποτε και να το ακούω το χορεύω (Πάντα!). Δοκιμάστε το – θα κουτουλήσουμε σίγουρα στην τρίτη -το πολύ- στροφή…

Δεν βρήκα video από το καινούριο album του. Αυτή είναι μια διασκευή του στο “No Surprises” των Radiohead. Δεν παίρνετε ιδέα για το δίσκο. Παίρνετε μόνο από το attitude που έχει.

04/05/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Album Of The Week, Music | Γράψτε ένα σχόλιο

‘Ελα να γεράσουμε μαζί

lenaplatonostracklistΕίδα το live της Λένας Πλάτωνος στο Κύτταρο – δεν περίμενα τίποτα πραγματικά, μάλλον από μια ενστικτώδη ασπίδα που ύψωσε ο εαυτός μου για να μην απογοητευτεί. Σε καλό μού βγήκε. Η μετριότητα που έζησα (αδιάφορη καλλιτεχνική επιμέλεια, πρόχειρα επιλεγμένο set κ.λπ.) δεν ήταν αρκετή για να μετανιώσω για την -σπάνια- έξοδό μου από το σπίτι. Και ο λόγος είναι ότι η ανάγκη μου να τη δω από κοντά, μια γυναίκα που δεν έμοιαζε τότε στα 80′s σαν τις άλλες στα αυτιά μου, καλύφθηκε. Αγάλιασε η καρδιά μου που την έβλεπα en face πίσω από το πιάνο -εκεί που την απύθωσαν σαν Βούδα σε όλη τη διάρκεια του set που η Μάρθα Φριτζήλα (ορθόφωνη, σωστή αλλά εκτός vibe – δεν είχα ανάγκη μια γλυκιά, χαμογελαστή big mama με “σωστές λήγουσες” και κραταιά “σίγμα” να μου λέει το “Τι Νέα Ψιψίνα;“), η Eten (συμπαθής παρουσία, ξύπνια να αντιληφθεί ότι εξυπηρετεί ένα project στο οποίο η καλλιτεχνική ύπαρξή της χρωστάει πολλά, αλλά με κάργα ψυχολογία “φωνητικατζούς”), ο Παλαμίδας (έμπειρος αλλά λίγο παραπάνω δεξιοτέχνης από όσο θα προτιμούσα) και ο Κ. Βήτα (σκεβρωμένος στο κουκούλι του να τραγουδάει το “Μάρκο” όπως ακριβώς περίμενα) διεκπεραίωναν το ρεπερτόριό της (το track list του δεύτερου μέρους στην φωτο πάνω).

 

platwnos_palamidas_kbhta1

Και ο λόγος που της αφιερώνω ένα post ολόκληρο δικό της είναι ότι το “Κοπερτί” της πάντα θα έχει την ίδια σεισμική απήχηση στην καρδιά μου, η “Πτήση 201” θα είναι πάντα η ιδανική στο νου μου (εγώ, ένας ορκισμένος αεροφοβικός) και ο “Μάρκος” θα είναι πάντα ο σκύλος που θα τρώει στη μούρη όλη την σπαταλημένη αγάπη μου. Πέρα από την παράσταση αυτή στο Κύτταρο (λίγο εντεχνιζέ προσαρμογή ενός μύθου αληθινού για το crossover ακροατήριο που του αρέσει να προφέρει το όνομά της στις προτιμήσεις του) που ήταν μέτρια, ψιλοβαρετή και με κεκαλυμένη μελαγχολία, χαρίζω αυτό το post στο υπέροχο, ναρκωμένο βλέμμα της και στα δάκρυά μου, που γαμώ ήταν που ανάβλυσαν με δύο τρεις σπασμούς στα τρία κομμάτια αυτά που σας λέω. Είχα καιρό να θέλω να σφίξω το χέρι μιας γυναίκας. Μιας γυναίκας έστω σε καταστολή. Που ανοιγόκλεινε ένα βλέμμα αργά, καρφωμένο στο αναλόγιό της, με τη στωική υπομονή μιας καλλιτέχνιδας που γνωρίζει στο βάθος της παραγεμιστής με χημεία, ύπαρξής της, ότι έχει ένα ακαθόριστο καθήκον απέναντι στα δικά μου δάκρυα. Μιας τέτοιας που με κράτησε στα λογικά μου στα 80′s για να μην φλιπάρω. Μιας γυναίκας, που πραγματικά ήθελα να της ψιθυρίσω πίσω από το πιάνο, ότι και που τα έχω τα λογικά μου (άσχετα, αν κάποιοι μπορεί να διαφωνούν) δεν κέρδισα τίποτα. Ούτε και η ίδια έχασε τίποτα που τα έχει ξορκίσει τα δικά της. Και το είχα ανάγκη σήμερα, για να μην πιστέψω ότι έχω γίνει ένα πλήρες, κυνικό παχύδερμο.

01/05/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Human, Music | 4 σχόλια

   

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 42 other followers