All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Album(s) of the week ending 02.05.09

Doves
Kingdom Of Rust
(Heavenly)

Super Furry Animals
Dark Days / Light Years
(Rough Trade)

Για κάποιο λόγο στο δικό μου νου, αυτά τα albums πάνε ζευγάρι παρότι ως κοινό παρανομαστή μοιράζονται απλά τη βρετανική καταγωγή  τους και τις παραπλήσιες χρονικές πορείες των δύο συγκροτημάτων. Κατά τα άλλα, ο δραματικός ρομαντισμός των πρώτων, λίγα έχει να κουβεντιάσει σε ένα τραπέζι με την ψυχεδελική pop των δεύτερων. Μάλλον δεν θα μπορούσαν εύκολα να συνεννοηθούν μεταξύ τους, καθότι απέναντι στο ίδιο ερέθισμα, οι μεν Dοves θα έκλαιγαν και οι Super Furry Animals θα γελούσαν. Ή το ανάποδο. Είτε έτσι, είτε αλλιώς πάντως, άκρη δεν θα έβγαζαν.

Ωστόσο, τους έχω μαζί στο νου μου. Συντονίζονται απόλυτα στην παρούσα χρονική στιγμή, ως δύο πολύ φιλόδοξες μουσικές κυκλοφορίες και συλλαμβάνονται και τα δύο groups, στην πιο επική, προκλητική στιγμή της καριέρας τους. Το Βασίλειο της Σκουριάς οι πρώτοι, Σκοτεινές Μέρες / Έτη Φωτός οι δεύτεροι, ακούγονται αμφότεροι επιβλητικοί και εντυπωσιακοί. Τα δύο albums έχουν την περιπέτεια στο πετσί τους και μια άχρονη -εκτός συγκεκριμένης εποχής- μελωδική ροή στο αίμα τους.

dovesΟι Doves στον τέταρτο δίσκο τους, που γεννούσαν και παίδευαν επί τρία χρόνια σε μια φάρμα στο πουθενά του Cheshire, παίζουν με βαριά, συναισθηματικά, διάθεση, ενήλικο rock που προσέχει να μην έχει κανένα sex appeal στην αύρα του, μπας και κλέψει δόξα από τα εγκεφαλικά, δραματικά τραγούδια τους. Σπάνια στο παρελθόν, ένας τόσο αντιερωτικός και σκυθρωπός δίσκος ακούστηκε τόσο ωραίος και αγέρωχος. Η θεματολογία τους, μουσικά παραπέμπει στο rock που θα έπαιζε η φύση μετά από μια βροχή στην εξοχή και στιχουργικά, παραπέμπει σε ένα “Βασίλειο Σκουριάς”, αλύτρωτο, στο οποίο υπάρχουν “Πουλιά που Πετούσαν προς τα Πίσω”, “Σπίτια με Καθρέφτες”, “Χειμωνιάτικοι Λόφοι” και διάφοροι “Μαγεμένοι” τριγύρω. Αν δεν ήταν τόσο πειστικά αυθεντική η μελαγχολία τους -ειδικά στα πιο ρυθμικά κομμάτια τους- θα μπορούσε κάποιος να τους αφορίσει για ποζεράδες που στιλιζάρουν την θλίψη για να γοητεύσουν το κοινό. Αλήθεια όμως, δεν είναι έτσι. Παρότι ακόμα έχω ένα σκάλωμα, με τη φωνή του τραγουδιστή τους Jimi Goodwin -σύρει και “κλαίει” όλα τα λόγια, με έναν μάλλον άκαμπτο και επίπεδο τρόπο- αναγνωρίζω στους Doves ότι έφτιαξαν ένα από τα πιο μούσκεμα στη βροχή albums της χρονιάς. Ακούστε ας πούμε το προσωπικό αγαπημένο ”Compulsion” με το ξεχαρβαλωμένο funk boogie ρυθμό για να καταλάβετε γιατί οι σκοτσέζοι δεν θα μάθουν ποτέ να χορεύουν και γιατί επίσης ακούγονται πάντα αχτύπητοι όταν προσπαθούν να το κάνουν

super-furry-animalsΟι Super Furry Animals, πάλι, είναι μια πιο σουρεαλιστική κατάσταση. Τα δύο τελευταία χρόνια, μετά το “Hey Venus” του 2007, τα μέλη τους σκόρπισαν σε διάφορα άλλα παράπλευρα groups (Neon Neon, Acid Casuals, The Peth) και μαζεύτηκαν πάλι πίσω, ο καθένας τους σε ένα trip δικό του, για να φτιάξουν το ένατο album τους ως Super Furry Animals. Ο Gruff Rhys συνεχίζει να ακούγεται ως ο πιο συνεκτικός και σπουδαίος ανάμεσά τους και σίγουρα, είναι αυτός που τους κρατάει σε μια στοιχειώδη μουσική κατεύθυνση, πριν και πάνω απ’ όλα κοινή, μεταξύ τους. Βέβαια ο Gruff είναι και ο άνθρωπος με τον πιο πυροβολημένο εγκέφαλο απ’ όλους τους. Γράφει τα πιο ενδιαφέροντα τραγούδια εδώ, όπως το… “The Very Best Of Neil Diamond” και το θαυμάσιο “κουνημένο” funky “Moped Eyes”. Βέβαια και οι υπόλοιποι δεν πάνε πίσω. Στο “Incovenience” ας πούμε ακούγονται σαν glam rockers σε indie κέφια (γενικά, αυτοί οι τύποι αν δεν νιώσουν ότι κάνουν μονίμως, χαβαλέ, δεν αποδίδουν),  στο “Where Do You Wanna Go?” ακούγονται σαν Beach Boys σε κρίση αρμονικών “πα-ρα-πα-ρα-πα πα πα”, στο οκτάλεπτο ψυχεδελικό pop “Cardiff In The Sun” ακούγονται σε πρωινό πικ νικ στα βουνά που περιέργως πώς, μοιάζουν (τα βουνά) να είναι φτιαγμένα από neon και αλουμινόχαρτο… Γενικά, οι Super Furry Animals είναι ό,τι του φανεί του τρελο-Στεφανή, απλά υπάρχουν στιγμές που αυτή η λόλα, ακούγεται εντελώς αποδομημένη και για αυτό μάλλον, πολύ γοητευτική.

 

29/04/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Album Of The Week, Music | 3 σχόλια

Album of the week ending 25.04.09

kleerupKleerup
Kleerup
(Positiva / Virgin / EMI)

Για να μην σας τα πολυζαλίζω, σας δηλώνω απερίφραστα και με πάθος ότι αυτό που κάνει ο Kleerup είναι εντελώς και πέρα ως πέρα γαμάτο. Είναι η μόνιμη μουσική φαντασίωσή μου και ταυτόχρονα απορία μου από τότε που είχα ακούσει το “Chase” του Giorgio Moroder. Από τότε αναρωτιόμουνα γιατί δεν υπάρχουν τα… σχήματα που κατοικούν στο κεφάλι μου! Ή μάλλον αρνούμενος, ότι δεν υπάρχουν, αναρωτιόμουνα γιατί κάποιος δεν κάνει μουσική τα σχήματα που έχω στο κεφάλι μου. Κανένας δεν το έκανε από τότε – μόνο κάτι ενδιάμεσοι σταθμοί πραγμάτωναν κάτι ψήγματα… Κανένας όμως δεν τα άπλωνε χορταστικά σε ένα ολόκληρο album.

Mέχρι να συμβεί η αποτοξίνωση του Andreas Kleerup. Και ξαφνικά τα σχήματα που είχα στο κεφάλι μου συνέβησαν.

Σουηδός με σοβαρά σημάδια καταθλιπτικής ιδιοφυίας, πρώην μέλος των Meat Boys (που είχαν και ένα album με τίτλο “The Legitimate Life Of A Waster / Fireworks” – ό,τι νάναι, οι τύποι, κανονικότατα), παραγωγός, συνθέτης, γεωμέτρης, ηχητικός αρχιτέκτονας (sic!), φρίκουλας στην όψη, τεμπέλης στην αύρα, τρυφερός τυχοδιώκτης και “χτίστης” μοτίβων,  φτιάχνει το ηλεκτρονικό moody disco album της χρονιάς. Στιβαρό, ρομαντικό (παλαιονεορομαντικό, για την ακρίβεια) σου φέρνει δάκρυα στα μάτια (ξερνάς κλάμα που μου είχε πει κάποτε η φίλη μου η Σ.), σε εξημερώνει (συνειδητοποιώντας πόσο άγριο τέρας μπορείς να γίνεις φορές φορές), σε πλουτίζει, σε γεμίζει με μια απίστευτη δύναμη, σε φωτίζει και σε σκιάζει, παθαίνεις “ουράνιο τόξο”, απογειώνεσαι και προσγειώνεσαι ταυτόχρονα. Νιώθεις σαν ευτυχισμένη Jean D’ Arc: ακούς σχήματα και φωνές στο κεφάλι σου και χαίρεσαι σαν μωρό που ένας Andreas Kleerup, τη χώρα του οποίου βρέχει άλλη θάλασσα από τη δική σου, τα έκανε μουσική και φτάσανε στα ηχεία σου.

Τα δικά σου σχήματα όλα αυτά…

Δεν έχει σημασία που οι φωνές στο δίσκο (όλες γυναίκες οι καλεσμένες, η δική του φωνή αντιμετωπίζεται ως regular) σε ανατριχιάζουν με την σκανδιναβική ευγονία τους. Δεν έχει σημασία που η Lykke Li μοιάζει με ρεαλιστική Σταχτομπούτα στο υπέροχο “Until We Bleed”, δεν παίζει κανένα ρόλο που η Robyn ακούγεται σαν ναζιάρικο goblin στο εύθραυστο “With Every Heartbeat”. Δεν το κάνεις θέμα που η Titiyo (η πάλαι ποτέ acid jazz μούσα, νυν underground star, αδερφή της Neneh Cherry) τραγουδάει σαν σοροπιαστή italo disco ενζενί το “Longing For Lullabies”.  Δεν είναι κεντρικό ζήτημα το ότι η Marit Bergman τραγουδάει σαν πρωτόβγαλτη στη Eurovision, ταλεντάρα το “3 AM”, ούτε το ότι η Linda Sundbland κάνει σκόνη τις ρετρό αναμνήσεις των Space (θυμάστε το “Carry On, Turn Me On” και το “Magic Fly”;) στο εξαιρετικό “History”… Αν μάλιστα είχε δεχτεί και η Cyndi Lauper να συμπεριληφθεί το κομμάτι που της έγραψε με τίτλο “Lay Me Down” (αυτό που μπήκε στο περσινό νόστιμο album της “Brikng Her To The Brink”) δεν το ξέντυνε από τους στίχους να το ονομάσει “Thank You For Nothing”, ένα από τα πιο ανατριχιαστικά electro αριστουργήματα που άκουσα μέσα στη δεκαετία.

Aυτό που έχει σημασία πραγματικά είναι ένα cheesy tagline εδώ θα μπορούσε να είναι το “ο Kleerup δημιουργεί μια electro disco ως νέο alternative rock“. Συμβολικά, έτσι; Διότι κυριολεκτικά, το ντεμπούτο album του περιέχει όλα εκείνα που θα έκαναν έναν παραδοσιακό φετιχιστή του τάστου – rock fan να ξεράσει κανονικά… Synths μόνο, τακτοποιημένες μινιμαλιστικές μελωδίες, στιλ σε απαλές ευθείες επιφάνειες, μουσικός διάκοσμος γεμάτες πλάτες από παχιά, υπερβατικά keyboards.

Να φάνε σκατά οι κιθάρες: αν η τολμηρότητα του rock περνάει από τα πλήκτρα ενός τύπου που στο εξώφυλλό του μοιάζει με νταγκλαρισμένο Nick Cave και στο περιεχόμενό του ακούγεται σαν Giorgio Moroder σε πτήση πάνω από την βόρεια Ευρώπη, να πάνε να χεστούν οι κιθάρες, αλήθεια…

23/04/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 13 σχόλια

To έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται – Motown 50 Years Tribute

 ”Κάθε μέρα φέρνει μια αλλαγή / Και ο κόσμος φοράει ένα καινούριο πρόσωπο / Ξαφνικά τα πράγματα ανασυντάσσονται / Και όλος ο κόσμος μοιάζει ένα καινούριο μέρος“: με αυτά τα λόγια ξεκινάει το τραγούδι του Smokey Robinson, “The Hunter Gets Captured By The Game“. Ωστόσο, πέρα από το μήνυμα που περνάει στους δύο πρώτους στίχους του από την εποχή που άλλαζε η ανθρωπότητα στα 60′s, ο Smokey άλλο ήθελε τελικά να πει… Παρακάτω, κάνει σαφές ότι πρόκειται για μια ερωτική εμμονή του… “Κρυφά σε παρακολουθώ / Όπως η αλεπού παρατηρεί το λαγό / Έπρεπε να σε αποκτήσω και έτσι ήξερα / Ότι πρέπει να μάθω όλα τα κόλπα σου και τις συνήθειες“. Ο Smokey σε ρόλο stalker παρακολουθεί το ερωτικό αντικείμενό του με προσοχή και τελικά πέφτει ο ίδιος στην παγίδα που του στήνει…

smokeyrobinson1Το “Hunter Gets Captured By The Game” είναι ένα θαυμάσιο τραγούδι από τον κατάλογο της Motown, ένα πανάλαφρο καλούδι το οποίο διάλεξα για να κάνω το δικό μου φόρο τιμής στα πενήντα επεισοδιακά χρόνια της εταιρίας (με ένα κλικ στους κόκκινους μεσότιτλους, κατεβάζετε τα τραγούδια). Είναι ευχάριστο, μοιάζει με το βάδισμα της αλεπούς (το μονοφωνικό synthesizer που μοιάζει με φυσαρμόνικα παραπέμπει στον προσεκτικό βηματισμό του αρπακτικού στο δάσος…) και έχει επιλεκτικά διασκευαστεί, πρωτίστως για τον ευοίωνο συνθετικό χαρακτήρα του αλλά και για το απόλυτο νόημά του: το ερωτικό obsession.

Ο Smokey (στην φωτο αριστερά κάνει τον ανήξερο) αντιμετώπισε γράφοντάς το, τη δυσπιστία του Gordy να το κυκλοφορήσει (όπως έκανε συνήθως…) αλλά τελικά μεταπείστηκε ευτυχώς.  Ο Gordy ουσιαστικά, δεν ήθελε να το δώσει στις κολλημένες-στην-εφηβεία Marvelettes γιατί το νόημα του τραγουδιού ήταν ενήλικο… Και οι Marvelettes έπρεπε να παραμείνουν αθώα κορίτσια. Ο Berry δεν αντιλαμβανόταν ότι οι εποχές άλλαζαν… Όπως είπε με παράπονο για τη Motown και με ευγνομωσύνη για τον Smokey, η Kat Anderson, “Η Motown δεν ήθελε να μεγαλώσουμε. Ο Smokey ήταν ο μόνος ίσως που έβλεπε ότι ενηλικιωνόμαστε…” Ευτυχώς ο Berry Gordy πείστηκε, το τραγούδι κυκλοφόρησε και έτσι απέκτησε την αίγλη που του άξιζε μέσα στα χρόνια.
Thank you Tranzistorer!

Αυτή είναι η ιστορία του “Hunter Gets Captured By The Game“…

1967: Οι Marvelettes ενηλικιώνονται με ένα soul καλούδι

marvelettesΗ Gladys Horton, η Wanda Young και η Kat Anderson τραγουδούν το “Hunter” με την πονηριά και το hip σκέρτσο των κοριτσιών που μεγαλώνουν – από κορίτσια της γειτονιάς του Hitsville, γίνονται διεκδικητικά θηλυκά – κοπέλες που δεν χαρίζουν τα χαμόγελά τους σπάταλα. Μέσα από το album τους “Marvelettes(1967, Tamla), το τραγούδι έφτασε στο Νο.13 του pop chart και στο Νο.2 του black chart τον Δεκέμβρη της χρονιάς εκείνης. Ήταν η τελευταία φορά που ο θρυλικός Mickey Stevenson συμμετείχε σε ηχογράφηση της Motown, κάνοντας την ενορχήστρωση των εγχόρδων. Το δε ondioline που ακούγεται στο υπόβαθρο παίζεται από την Miss Ray, τη δεύτερη γυναίκα του Berry Gordy, γνωστή και ως “Μαμά Motown” (κανονικό όνομα, Raymona Berry Singleton). Οι Marvelettes διαλύθηκαν το 1969, όταν πια η εποχή δεν σήκωνε άλλο τα καθαρά κοριτσίστικα φωνητικά γκρουπάκια.

1969: Η Barbara McNair χαρίζει στο τραγούδι την κλάση του music hall

barbaramcnairΗ εκτυφλωτική καλλονή Barbara McNair, ερμηνεύει το κομμάτι με τον αισθαντικό τρόπο μιας glamorous soul ερμηνεύτριας, με μια φωνή δέκα φορές καλύτερη από κείνη της Diana Ross. Πιο “γυναικεία” η ερμηνεία της από αυτήν των Marvelettes και πιο αισθησιακή, περιλαμβανόταν στο δεύτερο album της “The Real Barbara McNair” (1969, Motown) στο οποίο διασκεύαζε μεταξύ άλλων, κάποια standards της Motown, από Mary Wells μέχρι Brenda Holloway και Miracles. H McNair, παρότι άξια τραγουδίστρια, έμεινε στην ιστορία, γνωστότερη ως ηθοποιός με ρόλους κοντά στον Elvis Presley (“Change Of Habbit”), τον Henry Fonda (“Spencer’s Mountain”) και τον Sidney Poitier (“The Call Me Mr. Tibbs!”). Η παρουσία της στην αυλή της Motown δεν ευτύχησε χάρη κυρίως στον πόλεμο υπονόμευσης που λυσσαλέα δέχτηκε από την Λαίδη Diana.

1969: Η Ella Fitzgerald δοκιμάζει στην εποχή της ψυχεδέλειας το πέρασμά της στην pop

ellaΗ Ella τραγουδάει το “Hunter” αγνώριστα. Ακούγοντάς την δεν ανακαλείς κανένα σήμα κατατεθέν της φωνής της, κανένα σημάδι από αυτά με τα οποία η Ella έχει ταυτιστεί φωνητικά στο συλλογικό ασυνείδητο. Δεν υπάρχει γρέζι, ούτε βραχνάδα, ούτε ζόρι, ούτε λαρυγγική ακροβασία. Η Ella τραγουδάει το “Hunter” σαν… Shirley Bassey (χωρίς το camp) αβίαστα και αρχοντικά! Περιλαμβανόταν στο album της “Ella” (1969, Reprise) σε παραγωγή Richard Perry -του ανθρώπου που είχε αναλάβει τον pop εκσυγχρονισμό της στο κλίμα της εποχής, ο ίδιος παραγωγός που είχε πετύχει και την αισθητική προσαρμογή του Fats Domino στο ψυχεδελικό pop κλίμα της εποχής. Στο ίδιο album, η Ella διασκευάζει Beatles, Harry Nilsson, Randy Newman και τα καταφέρνει σε όλα μια χαρά. Αυτό έλειπε.

 

1971: Ο δημιουργός του τραγουδιού, Smokey Robinson το ερμηνεύει γλυκά με τους Miracles

miraclesΈνα χρόνο πριν ακολουθήσει προσωπική καριέρα εκτός Miracles, ο Smokey Robinson τραγούδησε ο ίδιος το δικό του δημιούργημα σε ελαφρύ soul shake ρυθμό, μαγικά και γλυκά όπως μόνο αυτός ήξερε να κάνει. Αντηχήσεις από το κλίμα της εποχής που άλλαζε δραστικά, με τα “ooh – ooh” να πλουτίζουν το τραγούδι, δημιουργούν ένα εξαιρετικό ηχογράφημα από αυτά που φέρουν τη στάμπα του κλασικού πάνω τους. Περιλαμβανόταν στο δίσκο “One Dozen Roses” (1971, Tamla), ένα album των Miracles που για πρώτη φορά στην καριέρα τους, εικόνιζε στο εξώφυλλο (και μάλιστα περίοπτα, όπως βλέπετε) και τη γυναίκα του Smokey, την Claudette Rodgers, παντρεμένοι από το 1963. Ένα χρόνο μετά, οι Miracles συνέχισαν με βασικό τραγουδιστή τον Billy Griffin. Ο ίδιος ο Smokey, στην solo πορεία του γέννησε το παραλυτικό genre quiet storm και τον ευχαριστώ εσαεί για αυτό.

1974: Ο Jerry Garcia, solo, εκτός Grateful Dead του δίνει μια 70′s βαριετέ rock αίσθηση

jerrygarciaΟ Garcia ερμηνεύει το κομμάτι με την “λευκή” ανεμελιά των μέσων των 70′s, σαν ένα όμορφο, ευοίωνο soft rock μπισκοτάκι. Ελαφρύς και ευχάριστος, μοιάζει να απολαμβάνει το διάλειμά του από τους ψυχεδελικούς αυτοσχεδιασμούς των Grateful Dead. Συμπεριλήφθηκε στο album του “Compliments Of Jerry Garcia” (1974, Grateful Dead) το οποίο αρχικά είχε τίτλο το όνομά του. Για να αποφευχθεί όμως η σύγχιση με το επίσης ομώνυμο, πρώτο album του μετονομάστηκε σε “Compliments Of“. Ο δίσκος στην ουσία είναι μια χαλαρωτική σειρά διασκευών του Garcia σε παραγωγή John Kahn, με ήχο που δεν έχει καμία επαφή με το χίπικο ύφος του σπουδαίου group του. Μεταξύ άλλων, διασκευάζει Rolling Stones αλλά και Little Milton και Van Morrison.

 

1980: Η Candi Staton το ερμηνεύει ως μια άνετη disco pop ντίβα στο μεταίχμιο μιας εποχής

candistatonΗ Candi με την εξαιρετικά χαρακτηριστική φωνή ερμηνεύει το τραγούδι με την φιλαρέσκεια αλλά και την στιλιστική soulful disco λαγνεία που πρέπει, σε παραγωγή Jimmy Simpson. Ήταν ακριβώς η εποχή που η λέξη disco σήκωνε το βάρος μιας άδικης ενοχής και ο ήχος μεταλλασόταν προς αυτό που αργότερα έμεινε γνωστό ως boogie – στην ουσία όμως ήταν ατόφιος, έστω εξελιγμένος, disco ήχος. Το τραγούδι συμπεριλήφθηκε στο album της “Candi Staton” (1980, Warner Brothers), ένας δίσκος που έβαζε την Candi στη νέα δεκαετία με image στο εξώφυλλο chic κυρίας σαν να ήθελε να αποτινάξει από πάνω της, το “παρτάλι” της disco. Ήταν το album που περιλάμβανε το συμβολικό τραγούδι “Victim“, αυτό που οι μουσικοί ιστορικοί θεώρησαν ότι αναφέρεται στους ακροατές της disco, μια ενοχική απολογία – κατηγορία για όσους θυματοποιήθηκαν από τον πυρετό το Σαββατόβραδο…

1980: Η Grace Jones το απαγγέλει σαν μηχανική εξομολόγηση στο ιδρωμένο κοινό της

gracejonesΗ Grace που γενικά, δεν φημίζεται για την συναισθηματική εκφραστικότητά της, ερμήνευσε το τραγούδι με εκείνη την πληθωρική, εξουσιαστική διάθεση (πάντα μου φαίνεται ότι δεν πολυκαταλαβαίνει τι τραγουδάει…) η οποία εντάθηκε ακόμη περισσότερο, όταν οι Sly & Robbie ανέλαβαν να την βγάλουν από την disco περίοδο και να την εισάγουν στο εστέτ αστικό funk στιλ που διήρκεσε για όλο το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80, με τρεις ουσιαστικά δίσκους της. Ο πρώτος δίσκος της αισθητικής αναδόμησης της Grace (πάντα με την στιλιστική παρέμβαση του Jean Paul Goode όπως βλέπετε στο εικονιζόμενο maxi) ήταν το “Nightclubbing(1980, Island) που έσκασε σαν βόμβα στα πράγματα τότε και περιλάμβανε τη διασκευή της στο “Hunter“. Η εκτέλεση που δίνω εδώ δεν είναι η lp version αλλά το extended στο οποίο ακούγεται σε όλο το μεγαλείο του, το απολαυστικό μαούνιασμα της Grace. Ήταν η πρώτη φορά που η Grace ανέβαινε στο αμερικανικό black chart, έστω σε ένα ταπεινό Νο.87. Σε εκείνο το δίσκο, περιλαμβάνονταν και οι λαμπερές, υποβλητικές διασκευές της στο ομότιτλο κομμάτι του Iggy Pop αλλά και στο “Private Life” των Pretenders.

1982: H Debbie Harry με τους Blondie το ερμηνεύει κουρασμένα αλλά γοητευτικά.

blondieΗ Debbie, κουρασμένη και με τα δημιουργικά αδιέξοδα έντονα μπροστά της, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ερμήνευσε το “Hunter” με μια κατάκοπη τρυφερότητα, όχι με ιδιαίτερες εμπνεύσεις αλλά με πολύ αληθινή συναισθηματική βαρύτητα. Το τραγούδι συμπεριλήφθηκε στο τελευταίο album των Blondie, “Hunter” (1982, Chrysalis), ένας αλλοπρόσαλλος και μάλλον άγουστος δίσκος που βγήκε με το στανιό για να εκπληρώσουν την υποχρέωση του συμβολαίου τους. Η ενορχήστρωση του τραγουδιού έχει μια αμηχανία που τελικά οδηγεί τους Blondie στο να αντιγράψουν απλά την αυθεντική εκτέλεση του τραγουδιού, προσθέτοντας μια slide κιθάρα στην γέφυρα. Η ίδια η Debbie με την λεοντή (γραφικό απομεινάρι των 80′s) στο εξώφυλλο, μοιάζει με τον “κυνηγό” και ταυτόχρονα με το θήραμα μιας κατάστασης…

1986: Η Anna Domino το τραγουδάει με την electro lovers’ rock αίσθηση μιας εστέτ μποέμ

annadominoΠαραείναι άνετος ο τρόπος που η Anna Domino επέλεξε να αποδώσει το τραγούδι, σε ένα background που φέρει αυτόν τον τεχνολογικό reggae ρυθμό που ήταν στη μόδα στα μέσα των 80′s. Δίνει την αίσθηση μιας μπλαζέ μικρο-ντίβας που δεν χαλάει και ιδιαίτερα τη ζαχαρένια της να πείσει τον ακροατή της. Τη νιάζει μάλλον να τον εντυπωσιάσει με τον διάκοσμό της. Συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο album της (1986, Factory), ένα πολύ ενδιαφέρον σύνολο γυναικείας εναλλακτικής pop στο οποίο συνήργησαν και ο Marc Moulin (των Telex τότε) και ο Alan Rankine (μετά τους Assosiates), φτιάχνοντας γεωμετρικά pop τραγούδια για τους φανατικούς ακροατές της Factory αλλά και όσους ήθελαν να γυρίσουν την πλάτη τους στα συμβατικά charts. Κομψή, όμορφη pop από ένα κορίτσι που είχε μυαλό και καρδιά αλλά μάλλον όχι ιδιαίτερα δυνατή θέληση.

1995: Η Tracey Thorn με τους Massive Attack το περνάει στο γαλαξία της νέας εποχής

massiveΜε μια ερμηνεία μελαγχολική που έχει μια αίσθηση μετάνοιας μέσα της, η Tracey Thorn βρήκε ιδανικό υπόβαθρο στο ηχητικό σασπένς των Massive Attack για να τραγουδήσει ένα από τα πιο λαμπερά offshoot τραγούδια της, πέρα από τους Everything But The Girl. Το τραγούδι συμπεριλήφθηκε στο soundtrack του “Batman Forever” (1995, Atlantic) καθότι ηχογραφήθηκε αποκλειστικά για τις ανάγκες της ταινίας. Όλο το compilation soundtrack είχε τεράστια απήχηση, με U2, Nick Cave, PJ Harvey, Flaming Lips αλλά και Brandy και Μethod Man και Offspring και Michael Hutchence να οδηγούν την νικηφόρα κούρσα του στο αμερικανικό top 5. Σήμερα βέβαια, αυτό που “αντέχει” ακόμα μεταξύ όλων αυτών, διαχρονικό και κλασικό είναι το “Hunter” από τους Massive Attack…

 

1998: H Βlinky το τραγουδάει με έξαλλη τραχιά funk διάθεση από τα αρχεία της Motown

blinkyΤραγουδίστρια άξια που δυστυχώς δεν ευτύχησε να γίνει πετυχημένη εμπορικά, η Blinky Williams είχε ηχογραφήσει το 1968 το “Hunter“, σε νευρώδες funky στιλ, με ζωντάνια και ενεργητικότητα προσθέτοντας στο τέλος του τραγουδιού και μια υπέροχη στιχουργική λίβελλο που δεν υπήρχε στο αυθεντικό κομμάτι. Η ηχογράφησή της έμεινε στα συρτάρια όπως και πολλά άλλα της εποχής της Motown που κόβονταν από την Επιτροπή Ελέγχου Ποιότητας του Berry Gordy, ως αντιεμπορικά και  ακατάλληλα προς έκδοση. To κομμάτι συμπεριλήφθηκε στο “Ultimate Motown Rarities Collection” (1998, Motown) που συγκέντρωνε εκτελέσεις γνωστών κομματιών της εταιρίας οι οποίες δεν είδαν ποτέ το φως της δημοσιότητας ως τότε, όπως το “I Want You Back” από τον David Ruffin (όχι από τους Jackson 5), το “I Heard It Through The Grapevine” από τον Smokey Robinson (και όχι από τον Marvin Gaye) και το “Stop! In The Name Of Love” από την Kim Weston (όχι από τις Supremes)…

 2002: Ο Kevin Mahogany το θέλει swing jazzy

kevinmahoganyΈνας από τους καλύτερους βαρύτονους της jazz των 00′s, o Kevin Mahogany, ερμηνεύει το “Hunter” με διαβολεμένα ερωτικό τρόπο, αλλά και με όλες τις συμβάσεις μιας ευχάριστης σουινγκάτης jazz ευδαιμονίας. Συμπεριλήφθηκε στο album του “Pride & Joy” (2002, Telarc) το οποίο περιείχε αποκλειστικά, διασκευές από το ρεπερτόριο της Motown, μέσα από την μακριά λίστα των πρωτοκλασάτων επιτυχιών της εταιρίας (“My World Is Empty Without You”, “Reach Out I’ll Be There”, “Just My Imagination” κ.λπ.). Θεωρώ ότι η φωνή του Mahogany είναι η μόνη από τη νέα γενιά των έγχρωμων τραγουδιστών που μπορεί να υποκαταστήσει την καταπληκτική φωνάρα του εκλιπόντα Luther Vandross. Βαθύ, συναισθηματικό, αρσενικό gut για κείνους που δεν κάνουν εκπτώσεις στην ουσία των πραγμάτων.

2004: Οι Funk Brothers αποδίδουν το τραγούδι ως αφανείς ήρωες του studio

funkbrothersΕξαιρετική μπάντα που φέρει σε πέρας όλον τον ενορχηστρωτικό πλούτο του τραγουδιού, οι Funk Brothers από το περιβόητο Studio A της Motown, όπου λάμβαναν χώρα όλες οι ηχογραφήσεις που προορίζονταν για τις κορυφές των charts, αποδίδουν μια instrumental εκτέλεση του κομματιού, μέσα από το soundtrack του ντοκιμαντέρ των Allan Slutsky και Harry Wigner, “Standing In The Shadows Of Motown” (2004, Hip-O). To ρόλο των απόντων φωνητικών αναλαμβάνει το εξαιρετικό μονοφωνικό synth που μοιάζει με φυσαρμόνικα ενώ το μέρος των εγχόρδων δίνει αυτή την υπέροχη, αριστοκρατική αίσθηση στην ακρόαση. H διπλή ενισχυμένη έκδοση του album είναι ακόμα πιο απολαυστική από την μονή πρώτη και τιμάει με έναν μοναδικό τρόπο τους αφανείς ήρωες που “έβγαζαν την περισσότερη δουλειά” στην αυστηρή και πειθαρχημένη εταιρία του Berry Gordy.

Enjoy!

2009: Βonus. Δείτε παρακάτω μια πρόσφατη live απόδοση του τραγουδιού από έναν υπέρβαρο αλλά σταθερά εκφραστικό Elvis Costello…

20/04/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 5 σχόλια

Album of the week ending 18.04.09

st-vincent-actor-cover1St. Vincent
Actor
(4AD)

To δεύτερο album της Annie Clark -καμία σχέση με την electro ποιήτρια των 80′s που επανέκαμψε πρόσφατα- ακούγεται αρκούντως έντεχνο, σωστά ελλειπτικό, τόσο κλασικό όσο και μοντέρνο, σοφά ζυγισμένο και έξυπνα απρόβλεπτο. Η Annie Clark χωρίς τυμπανοκρουσίες και λυσσώδη τρικ με το marketing -προς τιμή της- φτιάχνει ένα album που μπορεί να αποδοθεί με την ίδια επιτυχία στο Μέγαρο Μουσικής αλλά και στο Gagarin, που λέει ο λόγος…

Δεν είναι λίγο…

Η St. Vincent (τι πετριά πρέπει να έχεις φάει κοτζάμ κοπέλα να ονομάζεσαι Άγιος Βικέντιος…), δύο χρόνια μετά το “Marry Me” έρχεται με το “Actor” να βάλει τα πράγματα στη θέση τους όσον αφορά την πορεία της σύγχρονης γυναικείας τραγουδοποιίας στην μετα- Tori Amos εποχή. Χωρίς να νιώθει καμία ανάγκη να βγαίνει επικίνδυνη προς τα έξω, διατηρεί το σασπένς της στα τραγούδια της. Χωρίς την αγωνία να βγαίνει hip, ακούγεται πιο μοντέρνα από κάθε κορίτσι της εποχής που δανείζεται από το χτες για να φτιάξει το αύριο. Και χωρίς τον ψυχαναγκασμό της εμπορικής επιτυχίας του ενός single που θα την απογειώσει σε κάποιο chart, προσανατολίζεται στη δημιουργία ενός album που ακούγεται και όλο μαζί αλλά και κάθε τραγούδι του αυτόνομα. Ακούγεται με γήινα καφεπράσινα χρώματα αλλά και σαν παραμύθι με όλη την ίριδα του ντουνιά…

Το “Actor” είναι ένα φιλόδοξο μουσικό έργο. Απολαυστικό και εμπνευσμένο. Δίνει όλη την προσοχή του στο πώς θα το “δεχτούν” τα αυτιά του ακροατή του. Για αυτό παραδέχομαι την Clark. Διότι έχει μια ασύλληπτη αίσθηση του μέτρου και του “σωστού” όσο και της φαντασίας” και του γούστου. Και για αυτό, βρίσκω πολύ δύσκολο να περιγράψω αυτό που ακούω. Παραπέμπει στην αστική, νευρωτική ευδαιμονία της Lora Logic (εποχής “Pedigree Charm” – 1982, ψάξτε το τώρα), στον παγανιστικό ονειρόκοσμο της Danielle Dax (εποχής “Inky Bloaters” – 1987, ψάξτε το τώρα επίσης) και στην πολυκύμαντη παραγωγή της Kate Bush φυσικά (εποχής “Τhe Dreaming” – 1982, μην το ψάξετε αφού το έχετε ήδη).

Δεν είναι εύκολο να σας μεταφέρω πώς ακούγεται το “Actor” με λόγια, χωρίς να πέσω σε κλισεδάκια που μπορεί να σημαίνουν τα πάντα.

Χορωδιακά μέρη με υφέσεις διαδέχονται μεταλλικές αντηχήσεις από τσίγκλισμα ενός διαπασών, πιατίνια που χαϊδεύονται μεταξύ τους δίνουν θέση σε μελωδικά αρπίσματα και μετά ξαφνικά μια πλήρης ορχήστρα -σαν έφφιπη έφοδος- μπαίνει στο σκηνικό και σαρώνει τα πάντα. Πολυεπίπεδα τραγούδια με αρμονικά περάσματα παιανίζουν και υφαίνονται με μελωδίες που σύρονται αισθαντικά στο υπόβαθρο…

Μπα δεν πετυχαίνει αυτός ο τρόπος να σας τα πω…

Ας πούμε ότι η συμπαραγωγή της ίδιας της Clark με τον John Congleton (που έχει “κάνει” Modest Mouse, Thermals, Smog αλλά και το group που φιλοξενούσε την Clark, τους Polyphonic Spree) διαχέει μια πνευματικότητα και έναν πολιτισμό στα τραγούδια της που ανήκει περήφανα σε μια post – alternative εποχή. Ας πούμε ότι ο τρόπος που χειρίζεται η ίδια τα βασικά έγχορδα (κιθάρα, μπάσο) και τα πλήκτρα έχει κάτι από τη φώτιση που δημιουργεί ο συγχρωτισμός της με μουσικούς όπως η rhythm section των Μidlake (McKenzie Smith και Paul Alexander) αλλά και ο πιτσιρίκος κλαρινετίστας Hideaki Aomori (συνεργάτης του Sufjan Stevens και αυτός όπως και η ίδια στην μπάντα των περιοδειών του) και  ο φλαουτίστας Alex Sopp (συνεργάτης της Bjork και του Phillip Glass). Ας πούμε ότι δανείζεται από την καινούρια νεοϋορκέζικη σκηνή την ευγένεια και την άχρονη αίσθηση της μουσικής ταυτότητάς της (δεν θέλει να ανήκει σε εποχές – είναι φανερό).

Και ας πούμε βέβαια ότι γράφει εξαιρετικά, η ρουφιάνα, εφτά φορές καλύτερα από την My Brightest Diamond που είναι στο ίδιο συνάφι. Γράφει με την εμπειρία μαθουσάλα της pop και με την ενόραση ενός πηγαίου νέου ταλέντου. Είναι αξιαγάπητη όταν τραγουδάει κομμάτια όπως το θαυμάσιο “Strangers” με κείνον τον παραλυτικά πουπουλένιο τρόπο, ή το “Laughing With A Mouth Full Of Blood” το οποίο παρά τον ζοφερό τίτλο του αποτελεί ένα λυρικό αριστούργημά της ή το “Just The Same But Brand New” με την εύθραυστη φύση που νομίζεις ότι είναι ηχογραφημένο σε ένα ευρύχωρο σαλόνι και με ευοίωνους παρεβρισκόμενους.

Δίσκος βραδείας καύσης με αναφορές και πλούσιο υπόβαθρο για πρώτο δεύτερο ή εικοστό δεύτερο επίπεδο, το “Actor” μπορεί να σου ξεκινήσει τη μέρα με την ίδια προθυμία που μπορεί να στην κλείσει κιόλας.

16/04/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Uncategorized | 5 σχόλια

Πέντε απογοητεύσεις από το πρώτο τετράμηνο του 2009

Είναι αλήθεια ότι το μέτριο δεν χρειάζεται να τονίζεται – είναι ο χειρότερος εχθρός του εαυτού του. Όταν όμως σε αναγκάζει να αποεπενδύσεις από το δημιουργό του, νιώθεις κάθε δικαίωμα να το τονίσεις και να το υπογραμμίσεις και να το κράξεις μεγαλοπρεπώς:

pj-harveyΗ P.J. Harvey μετά από ένα ζενίθ της καριέρας της (το εκστατικό “White Chalk”), έφτασε σε ένα ναδίρ. Το εντελώς δήθεν τιτλοφορημένο “Α Woman A Man Walked By(Μάρτιος 2009, Ιsland) είναι μακράν το χειρότερο μιας καλλιτέχνιδας που αγάπησα πολύ στο παρελθόν και υποστήριξα με την ίδια -λίγο ή πολύ- συνέπεια και τον ίδιο ενθουσιασμό στα δισκογραφικά βήματά της. Ίσως δεν είναι τυχαίο το ότι το album με το οποίο δεν ανέπυξα καμμία συναισθηματική σχέση ως σήμερα είναι το “Dance Hall At Louse Point“, το πρώτο που είχε κάνει με ισότιμο συνεργάτη τον John Parish. Στο καινούριο τους επαναλαμβάνουν την κακοφορμισμένη συνταγή με ανέμπνευστο τρόπο, έχουν μια απίστευτα ηχηρή φτώχεια στα τραγούδια (ακούγονται και οι δύο σαν ερασιτέχνες που προσπαθούν να ταιριάξουν δύο ριφάκια στη σειρά αλλά δεν τα καταφέρνουν) και η ίδια τραγουδά σαν να αγωνιά για το αν θα χάσει το street credit της.  Μου ακούγεται αλήθεια κακό στα αυτιά μου, εξαιρετικά δήθεν και βεβιασμένο και επιπλέον, βρίσκω τη χημεία τού μάλλον ατάλαντου John Parish με την Polly, πραγματικά καταστροφική. Πρέπει κάπως να πειστούν ότι συμφέρον τους αμοιβαίο, είναι να παίζουν χωριστά. Ακόμα απορώ γιατί στα Mojo, Uncut κ.λπ. το βαθμολόγησαν με υπερθετικούς βαθμούς. Η ρημάδα η κεκτημένη…

Του χαρίζω 3 παραμορφωτές από τους 10 που θα έπρεπε να έχει.

lindstromΆλλη μία συνεργασία, αυτή του Lindstrøm με τον Prins Thomas μετά την πρώτη τους πριν από τέσσερα χρόνια, έρχεται λίγο σαν σφαλιάρα που παφλάζει χαιρέκακα στο σβέρκο, ειδικά μετά το περσινό “κοσμικό disco” χάδι του πρώτου, με το απολαυστικότατο album του “Where You Go I Go Too“. Στο “II(Μάιος 2009, Eskimo) ακούγονται σαν μοντέρνα ξαδέλφια του Mike Oldfield εποχής “Incantations“, τουτέστιν, βαρετοί, ανοικονόμητοι, αμήχανοι απέναντι στην προοπτική μιας electronica κελαριστής και αβίαστης. Μου φαίνεται ότι ακόμα και ο Alex Patterson θα το έβρισκε πολύ progressive για τα γούστα του – άτολμο (όχι όμως και άγουστο), συντηρητικό (αλλά όχι οπισθοδρομικό), μαλθακό (αλλά όχι ξελαστιχωμένο). Το “II” είναι μια μετριότητα από αυτές που νιώθεις ότι φτιάχτηκαν για να “μην κουνήσουν τη βάρκα”, για να “μην σπάσουν τα αυγά”. Ο Hans Peter Lindstrøm είναι πολύ φρέσκος και νέος για να φτιάχνει μουσική -έστω φουτουριστικού- δωματίου και οι συνεργασίες του θα πρέπει να κοντράρουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματά του για να βγει κάτι της προκοπής και όχι να τα χαϊδολογάνε.

Του χαρίζω 4 ψηφιακούς διακόπτες από τους 10 που θα έπρεπε να έχει.

peter-bjorn-johnΟι Peter, Bjorn & John από την άλλη, είναι οι Σουηδοί που με έκαναν να αγαπήσω την σκανδιναβική pop σκηνή περισσότερο από την αγγλική στην τρέχουσα δεκαετία. Συγκεκριμένα, το “Writer’s Block” μού το έκανε αυτό. Μετά έπαθαν και αυτοί “instrumental” με το αχρείαστο “Seaside Rock” (όχι πάντως και κακό) και τώρα με το “Living Thing(Μάρτιος 2009, Wichita) έπαθαν “πολυφυλετικός ρυθμός” αφήνοντας όμως τα τραγούδια απ’ έξω. Πραγματικά, τίποτα σε αυτό το album δεν θυμίζει ότι γράφτηκε από τους ίδιους δεξιοτέχνες του “Writers Block“. Μοστραρισμένα beats σε τάχα μεταμοντέρνα παραγωγή, syndrums και ρετροφουτουριστική άποψη αλλά και μια αφέλεια -αδερφάκι μου…- που νομίζεις ότι οι τύποι έπαθαν λοβοτομή μετά από τον πανικό του breakthrough τους στην επικαιρότητα με κείνο τον προηγούμενο -κανονικό- δίσκο τους. Το “Living Thing” ακούγεται σαν την κουλτουριάρικη εκδοχή των Living In A Box από τα 80′s. Την πλευρά δηλαδή που βγάζει την κακή φήμη για κείνη τη δεκαετία. Με εντυπωσιάζει γνήσια αυτό το album: πραγματικά, σε σημεία, αδυνατώ να πιστέψω ότι το έγραψαν οι ίδιοι άνθρωποι. Ντάξει, δηλαδή, ξέρω ότι γίνεται να χάσεις το knack σου. Την εξυπνάδα σου, όμως, γίνεται;

Του χαρίζω 4 μπαγκέτες από τις 10 που θα έπρεπε να έχει.

starsailor2Οι Starsailor, στον τέταρτο υπερβαρετό δίσκο τους “All The Plans(Mάρτιος 2009, Virgin) ακούγονται τόσο κονσερβαρισμένοι, που έκαναν ακόμα και μένα που δεν τους είχα και ποτέ σε ιδιαίτερη εκτίμηση (πλην κάποιων singles τους) να απορήσω για το πόσο πιο βαθιά κομφορμιστικό μπορεί να γίνει ένα group που ξεκίνησε την καριέρα του, έτσι κι αλλιώς συμβατικά, ως συμπλήρωμα των Coldplay και στη συνέχεια των Keane. Βάλτε και τους U2 στην κομπόστα για σιγουράτζα. Piano rock για τη γενιά που έχει αντικασταστήσει τις χορδές με τα πλήκτρα, τόσο μα τόσο υπολογισμένο και αλάνθαστα “ρομαντικούλι” που σούρχεται να του πετάξεις μια κυνική χλαπάτσα στη μούρη – όχι επειδή είσαι απαραίτητα κυνικός, αλλά επειδή έχεις την ακατανίκητη ανάγκη να τους ξυπνήσεις. Το χειρότερο είναι ότι ΔΕΝ είναι κακοί τραγουδοποιοί – γράφουν καλόγουστα, μετρημένα και έξυπνα τραγούδια. Στην πορεία όμως, τα δραματοποιούν τόσο πολύ στην παραγωγή, τα αποστειρώνουν, τα κάνουν με το στανιό “πολυεθνικά” με την αγωνία των πόσων ringtones θα κατεβάσουν οι ερωτοχτυπημένοι πιτσιρικάδες (τονίζω “πιτσιρικάδες”, διότι το trend είναι “τα αγόρια που απευθύνονται” και όχι τόσο τα κορίτσια). Στο τέλος, πραγματικά, ΔΕΝ θες να τα ξανακούσεις. Και ο James Walsh συνεχίζει να είναι μακράν, ο πιο σπαστικά γκρινιάρης τραγουδιστής του νέου brit pop – rock.

Του χαρίζω 2 (και ένα μισό) πετάλια για το πιάνο του, από τα 10 που θα έπρεπε να έχει.

animalΟι Animal Collective βρίσκονται σε αυτήν την πεντάδα απογοητεύσεων, εντελώς παράδοξα… Διότι το “Merriweather Post Pavillion” (Ιανουάριος 2009, Domino) είναι πράγματι το… καλύτερο album τους ως σήμερα (από τα οκτώ που έχουν βγάλει κανονικά). Βάλτε με νου σας τώρα… Η απογοήτευση δεν έρχεται από το γεγονός ότι το album αποτελεί μια πλαδαρή μετριότητα (όντως αποτελεί μια τέτοια) αλλά από το ότι το group δεν εκμεταλλεύτηκε την χημεία μεταξύ των μελών του για να φτιάξει αυτή τη φορά κάτι συγκροτημένο, που να απηχεί στοιχειωδώς στον ακροατή, κάτι συμμαζεμένο που να επικοινωνεί αποτελεσματικά την freak folk electronica στην οποία διαστροφικά έχουν επιλέξει να θητεύσουν. Το “Merriweather Post Pavillion” είναι ένα album που βγάζει κακό όνομα στην λέξη “κουλτούρα”: εντελώς δήθεν, παραμορφωμένα υδροκέφαλο, σαδιστικά χαοτικό, άνισο και εντελώς ξεχειλωμένο. Πλην όμως με μια ουσιαστική υποψία βελτίωσης της μελωδικότητάς τους. Κρίμα που είναι το καλύτερό τους album και ακόμα πιο κρίμα που ακόμα καταφέρνουν να παραμυθιάζουν μια έντεχνη “ελίτ” της μουσικοκριτικής ότι αυτό είναι υποβλητικό και τάχα αποψάτο. Πραγματικά είναι αναίσθητος δίσκος αν και αυτή τη φορά, όχι ενοχλητικός.

Του χαρίζω 5 πεταλούδες (από τον τίτλο του) από τις 10 που θα έπρεπε να έχει.

14/04/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 18 σχόλια

Deep για deep

mr-fingers-closerH φετινή άνοιξη ακούγεται έτσι: με το μεταλλόφωνο του Larry Heard, την κρυμμένη, συνεσταλμένη φωνή του και ένα επίμονο deep house στο υπόβαθρό που βάζει το D στο Detroit. @ Μελαγχολική μουσική για το σώμα σε ένα deep downbasement mix μάλιστα. @ Λέγεται “Closer” είναι του Mr. Fingers από το 1990. @ Τον οποίο Larry Heard πήγαμε με την queen:d να ακούσουμε σε ένα set που έκανε στο Mamacas, στο Γκάζι. @ Όπου διαπιστώσαμε για μια ακόμα φορά το γραφικό αυτονόητο. @ Οι ξανθές κατέφθασαν γιατί το αντιμετώπισαν ως event στο οποίο οφείλουν να δώσουν παρών και οι μοντέρνοι σφιχτούληδες με τα άδεια βλέμματα κατέφθασαν για να αποδείξουν στις ξανθές ότι μπορεί και να λικνιστούν αν έχουν κάτι να κερδίσουν στο τέλος της βραδυάς. @ Ο Larry έπαιζε θαυμάσια – αυτό το υπέροχο flow από ευγενή beats και “πλάτες” τραγουδιών με synths που υπονοούν τη θλίψη, ίσως, αλλά και την διακριτική ευφορία. @ Οι ξανθές και οι σφιχτούληδες όμως, στον κόσμο τους: επιβεβαίωναν τους ρόλους τους. @ Ο Larry ήταν απλά ένας ακόμα “ξένος” dj που ήρθε να πλαισιώσει τη χλιμιτζουριά τους. @ Πέραν του παναδιάφορου, μακάριου, πλήθους, ο Mr. Fingers έπαιξε θαυμάσια. @ Αν υπήρχαν και δεκτικοί θαμώνες για να γκελάρει πάνω τους το set, όλα θα ήταν καλύτερα. Το γιατί, δε, ήρθε να παίξει στο Mamacas ο Larry Heard, είναι κάτι που αδυνατώ να συλλάβω, ειλικρινά.

13/04/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Human | 4 σχόλια

Album(s) of the week ending 11.04.09

The Horrors
Primary Colours
(XL Recordings)

Archive
Controlling Crowds
(Warner Music France)

Πέρα από οποιαδήποτε άλλη απόλαυση μπορεί να σου προσφέρει η ακρόαση των δύο αυτών albums, η σημαντικότερη είναι ότι η ζωντανή, σπαρταριστή ύπαρξή τους, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι η μουσική βιομηχανία “ξανασυμβαίνει”, ότι η post punk σκηνή είναι ακμάζουσα και ότι κάπου κοντύτερα ή μακρύτερά σου, βράζει μια καινούρια φουρνιά ονομάτων έτοιμων να “σκάσουν” στην επικαιρότητα.

Και μετά χτυπάς στο κομοδίνο και ξυπνάς.

horrorscoverΟι Horrors και οι Archive έχουν περισσότερα από ένα κοινά γνωρίσματα που μπορούν να τους “κάνουν” ζευγάρι στην παρουσίασή τους αλλά και στις προτιμήσεις του κοινού. Και τα δύο groups έχουν αγαστές σχέσεις με το σκοτάδι, είναι σοβαρά και αγέλαστα, έχουν μια σπουδαία γκάμα αναφορών (συχνά κοινή μεταξύ τους) πολύ αγαπητή και -ειδικά για το ελληνικό κοινό- αντιμετωπίζουν τη μουσική τους σαν το “άγιο δισκοπότηρο” – κάτι δηλαδή, που εμπεριέχει την ύψιστη αλήθεια η οποία είναι σημαντικό να διασωθεί. Παίρνουν τους εαυτούς τους στα πολύ σοβαρά, δίνουν την εντύπωση ότι σηκώνουν στους ώμους τους, ένα σημαντικό βάρος που πρέπει κάπως διεκπεραιώσουν και δεν επιτρέπουν ίχνος χιούμορ στην δραματική, καλοζυγισμένη μουσική τους.

Το σημαντικότερο: αμφότερα τα groups έχουν το post punk, κορώνα στο κεφάλι τους.

Οι Horrors στο δεύτερο album τους, μετά από το ντεμπούτο album τους “Strange House” κάνουν τα πάντα να τινάξουν από πάνω τους την ταμπέλα του garage rock ονόματος. Παίρνουν τον Geoff Barrow των Portishead στην παραγωγή ο οποίος θολώνει τόσο πολύ τις ενορχηστρώσεις που νιώθεις μόνιμα ότι ακούς ένα μπαράζ από ηχητικές κουρτίνες να μπλέκονται μπροστά σου. Κιθαρισμοί, κονταριές από βιολιά, μπάσα που ξεκουδουνίζουν μεθυσμένα και ρυθμοί που έχουν χαραγμένο στο αυλάκι τους, ένα “τέλος”. Ο Faris Badwan δε, τραγουδάει σαν τον Paul Haig (εποχής Josef K) που κάνει τρις ημερησίως, ενέσεις από… Howard Devoto (εποχής Magazine).

archive-coverΟι Archive στο έκτο album τους, μοιάζουν να έχουν περάσει όλες τις απαραίτητες παιδικές ασθένειες (τη μονομέρεια του trip hop ως ιλαρά, την εντροπία του progressive rock ως ανεμοβλογιά, την εντεχνίλα του art rock ως κοκίτη και τις πόζες του dark wave ως μαγουλάδες)  και φτιάχνουν ένα album με κλασική μελωδικότητα και καλοχτισμένα, λυρικά σχήματα που επιβιώνουν άνετα σε οποιαδήποτε επίθεση μοντερνιάς. Ενορχηστρωτικά, φροντίζουν να δομούν τα τραγούδια τους με φειδώ και με αίσθηση του μέτρου. Ποτέ οι Pink Floyd δεν υπερισχύουν πια των Massive Attack. Ο δε, Dave Penney τραγουδάει σαν τον Roger Hodgson των Supertramp που καθημερινά καταπίνει τρία χάπια από Paul Buchanan των Blue Nile.

Οι Horrors γράφουν επικά τραγούδια που μοιάζουν σαν να έχουν ξεπεταχτεί από βρεγμένους δρόμους του Manchester και της Γλασκώβης. Θυμίζουν χωρίς συμπλέγματα, τους Joy Division (τιμή τους και καμάρι τους) αλλά και τους Echo & The Bunnymen, τους Killing Joke και τους Sound και ας είναι ελαφρώς πιο βρωμισμένοι και ηλεκτρικοί από τους δύο τελευταίους. Αυτό σημαίνει ότι βουτάνε διψασμένα στη μυθολογία του dark post punk αλλά δεν βγαίνουν χαμένοι (όπως οι White Lies). Και αυτό συμβαίνει επειδή ξέρουν να γράφουν τραγούδια που είναι φρέσκα, απέριττα και ουσιώδη. Δεν κολλάνε στο στιλ του dark wave, παραμένουν συνεπείς όμως στην ουσία του. Κομμάτια σαν το “New Ice Age”, το ομώνυμο, “Primary Colours”  και το “Who Can Say” μοιάζουν σαν 1982 ανακατεμένο με 1992 και 2002, ενώ το “I Only Think Of You” είναι το “Venus In Furs” των Velvet Underground. Και όταν λέμε, είναι… είναι! Σε σημείο copyright. Δεν πειράζει καθόλου όμως. Γιατί οι Horrors “βγαίνουν” προς τα έξω πολύ “σπαρακτικοί” και “σπαραγμένοι”, βγαίνουν, έχοντας το αίτημα της γνησιότητας, γραμμένο καθαρά στο κούτελό τους. Και κυρίως βγαίνουν, τελικά έχοντας όλες τις επιταγές του στιλ με το μέρος τους. Η εικόνα ενός τσούρμου τύπων που καίγονται πίσω από τα όργανά τους επί σκηνής, ξορκίζοντας τελετουργικά την καταχνιά, θα είναι πάντα θελκτική, sexy και ερωτεύσιμη.

Οι Archive από την άλλη, έπρεπε να περιμένουν μια ντουζίνα χρόνια για να παραδώσουν κάτι εντελώς ολοκληρωμένο και πλήρες στις συνιστώσες του – αισθητικές και ηχητικές. Έπρεπε να αποχωρήσει ο Craig Walker από τις τάξεις τους και να επιστρέψει ο MC Rosko John σε αυτές (εκείνος που έδινε στο ντεμπούτο τους ”Londinium” την αύρα του hop στο trip hop), για να φτιάξουν αυτό που είχαν μέσα τους σε πλήρη μορφή. Λυρικοί και μελωδικοί, γράφουν ένα σύνολο κλασικών τραγουδιών, τολμηρών και γενναίων στις προθέσεις τους, χαμηλότονων τις περισσότερες φορές στις διαθέσεις τους και διαχρονικών στην απήχησή τους. Ναι είναι “έντεχνοι” και τρυφεροί αλλά κρατούν τα ξεσπάσματά τους μόνο για τα κρεσέντα που είναι απαραίτητα για να τονιστούν οι διαφορές στις εντάσεις των συναισθημάτων. Το “Controlling Crowds” γίνεται ένας σπουδαίος δίσκος στην ροή του, αποκτά διαστάσεις “πολύτιμου”, σαν μια γκαλερί με ευρήματα-εκθέματα που λειτουργεί μόνο όταν την περιδιαβείς στο σύνολο των διαδρόμων της. Το single “Bullets” αλλά και το “Kings Of Speed” τους κρατούν γειωμένους στον κόσμο τον πραγματικό, αυτόν των σχηματισμένων τραγουδιών. Από την άλλη, δεκάλεπτα κομμάτια όπως το ομώνυμο του album και το “Collapse / Collide” λειτουργούν ως υπερβατικά, ατμοσφαιρικά οικοδομήματα που συγχωνεύουν στα δομικά υλικά τους δεκαετίες ολόκληρες από μουσικές εμπειρίες…

 

07/04/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Album Of The Week, Music | 1 σχόλιο

Album(s) of the week ending 04.04.09

Fischerspooner
Entertainment
(Lo Recordings)

Pet Shop Boys
Yes
(EMI)

fischerspoonerΔεν θα μπορούσε να είναι ένα μόνο, πάλι, αυτήν την εβδομάδα, είναι βλέπετε τόσο εξαρτημένοι οι μεν από τους δε, τόσο συμπληρωματικοί, και σε δεύτερο επίπεδο, τόσο μα τόσο αντίθετοι που καταλήγουν δύο όψεις ενός νομίσματος. Οι Fischesrpooner και οι Pet Shop Boys είναι δύο λαμπερά παραδείγματα “ψωνισμένων” acts, που έχουν την electro pop κορώνα στο κεφάλι τους, για διαφορετικούς λόγους το καθένα. Στην ουσία, όμως, τα κίνητρα και οι στόχοι τους, ξεκινούν και καταλήγουν στους ίδιους τους εαυτούς τους. Άρα τόσο όμοιοι και φωταγωγημένα ματαιόδοξοι.

Επίσης, τυχαίνει και τα δύο ονόματα να έχουν καλούς δίσκους. Πολύ καλούς.

Ο Casey Spooner (κοιτάξτε με πόσο καβλοθυμό μάς κοιτάζει από το εξώφυλλό του, σαν να θέλει να μας τις βρέξει για τα νοίκια που του χρωστάμε, τάχα, αλλά και να μας κρεβατώσει κιόλας) και ο Warren Fischer, ρετάλια του electroklash που τόσο περήφανα συν-δημιούργησαν στις αρχές αυτής της δεκαετίας, επιστρέφουν απαλλαγμένοι από το πολυεθνικό άγχος της EMI με ένα τρίτο δίσκο που -σας το λέω, ορθά κοφτά- μου αρέσει γιατί μου θυμίζει ξεδιάντροπα Fad Gadget και τα πρώτα δισκογραφικά βηματάκια του Daniel Miller -τους Normal- όταν δημιουργώντας την Mute στις αρχές των 80′s ήθελε να στεγάσει όλους τους μεταμοντέρνους φουτουριστές, που είχαν ένα λόγο να αρθρώσουν. Ο Neil Tennant και ο Chris Lowe, ρετάλια της electro chart pop και μανιακοί με το italo disco επιστρέφουν με δέκατο album (προσέξτε πόσο κενό φαντάζει ο τίτλος και το εξώφυλλό τους υπακούοντας φαντάζομαι σε μια marketing οδηγία που θέλει ένα απλό ευοίωνο, χωρίς περιεχόμενο σύμβολο και τίτλο να κερδίζει με την κούφια θετικότητά του το κοινό) τώρα στα ξωπίσω, σαν arty farty γριές με χιλιάδες κρέμες ανάπλασης πάνω τους και με εκατοντάδες -φαντάζομαι- ιδέες περί τέχνης, ζωής, sex και πετυχημένης ίντριγκας.

psbΓραφικά και τα δύο ντουέτα, υπερφιλόδοξα στα ηχητικά σχήματα που επινοούν να γεμίσουν τα τραγούδια τους, παράγουν pop που εμπεριέχει τη φροντίδα και το μεράκι των ανθρώπων που αν δεν έκαναν αυτό που κάνουν, θα είχαν πέσει στα “βαριά”. Θέλω να πω, ακούγοντας το “Entertainment” και το “Yes” σχεδόν ακούς παχιά την απόγνωσή τους, νιώθεις τους παγωμένους γάντζους που έχει εξαπολύσει η ψυχή των δημιουργών τους προς τα τραγούδια τους, βγάζοντας μια κραυγή ανάγκης για δικαίωση της ύπαρξής τους. Αν, δηλαδή, δεν είχαν τη δυνατότητα να παίζουν αυτή τη μουσική, τα συγκεκριμένα δύο σχήματα ανθρώπων, θα ήταν ή τρελοί σε ιδρύματα ή εγχειρισμένοι τρανσεξουαλικοί με τικ και με θεματικά όργια κάθε βράδυ στα σαλονάκια τους. Οι Pet Spooners σου φοράνε κολλάρο την υστερία τους, αλλά με ένα τρόπο που μοιάζει με τελετουργικό στολισμό του λαιμού σου.

Το electro για τους Fischer Pet Spooner Boys είναι σανίδα σωτηρίας. Γι’ αυτό και το προσέχουν, το ντύνουν, το στολίζουν, το νοικοκυρεύουν, έχουν στο νου τους να του παρέχουν τα καλύτερα και τα πιο μοντέρνα για να μην τους εγκαταλείψει…
Πιο εστέτ οι πρώτοι, πιο μπλαζέ οι δεύτεροι.
Πιο εγκεφαλικοί οι πρώτοι, πιο αισθαντικοί οι δεύτεροι.
Περισσότερο προσανατολισμένοι στα καθαρά ηλεκτρονικά μοτίβα οι πρώτοι, πιο παραδομένοι στα γκραντιόζα στουντιακά σχήματα οι δεύτεροι.
Με τον Jeff Saltzman, οι πρώτοι, στην παραγωγή που τον τσίμπησαν μετά τη δουλειά του για τους Killers, με τους Xenomania, οι δεύτεροι, αλλά και τον Johnny Marr ξανά σε κάτι στιλιζαρισμένες κιθαριές και τον Owen Pallet των Final Fantasy μετά τη συγκλονιστική δουλειά του στις ενορχηστρώσεις των εγχόρδων των Last Shadow Puppets.
Πιο ελλειπτικοί οι πρώτοι, πιο έμπειροι να ξεμαυλίζουν το κοινό σε μάζες οι δεύτεροι.

Kαι οι δύο παίζουν παραδοσιακά gay μουσική (χορευτική, στιλάτη, επίμονη και κατά προτίμηση, “συνωστισμένη” και νυχτερινή) που είναι ok να καταναλώνεται βουλιμικά από τα str8 ακροατήρια.

Η επιτυχία των Fischerspooner στο “Entertainment” είναι ότι γράφουν μια σειρά από συγκλονιστικά καλά τραγούδια (“Supply & Demand”, “The Best Revenge”, “Door Train Home” για παράδειγμα…) με μια εξαιρετικά έξυπνα φωτισμένη παραγωγή. Έχουν σπουδαία καλλιτεχνική διεύθυνση (που θα έλεγε και η οσκαρική ακαδημία), καβλωτική πόζα με διττό -συνήθως- νόημα, ρυθμούς που δεν φοβούνται να είναι κοφτεροί και να αιμορραγούν καμία φορά. Σημειολογικά οι Fischerspooner αποτελούν ένα μόρφωμα από τους πιο leftfield νεορομαντικούς -τους Night Moves ας πούμε ή τους Leisure Process- και τους πιο ακραίους noise funk guerillas τύπου Konk και Liquid Liquid. Κάπου στη μέση ξεδιπλώνουν το act τους, που ξεκινάει από τις αστικές νευρώσεις, κάνει μια στάση σε κάποιο arty strip show -που θέλει να είναι και γκαλερί ταυτόχρονα- και καταλήγει σε κάποιο club τύπου Warehouse. Ο Spooner τραγουδάει δε, με μια γαμημένη γοητεία τα τραγούδια του που δεν συνάδει καθόλου με την χύμα οπτική εικόνα του η οποία δε συμμαζεύεται -όπως θα θυμάστε από το live του- από πουθενά.
Όταν μάλιστα καταφεύγει σε ειρωνικές electro ασκήσεις, πνιγμένες στα στρώματα του dubbing, όπως το “Amuse Bouche” θες να σηκωθείς και να ανεμίσεις τη μοιραία φράτζα σου προς τη μεριά του ως ύστατο χαιρετισμό. Long Live PVC!
Μετά τους απαντάς με το “Passion Of Lovers” των Bauhaus.

Πραγματικά βγάζω το καπέλο μου στους Fischerspooner. Αν μάλιστα αυτό το καπέλο είναι κείνο το πληθωρικό σαρίκι των μαχαραγιάδων, αλλά κεντημένο με vinyl και χρυσά – μπορντό σιρίτια, ακόμα καλύτερα.

Η επιτυχία πάλι των Pet Shop Boys στο “Yes” είναι ότι μετά από είκοσι πέντε χρόνια γράφουν τραγούδια με υψηλή αισθητική εκζήτηση και απέραντο στιλ, από αυτά που σε κάνουν να νιώθεις (εσύ, ο ίδιος) ομορφότερος όταν τα χορεύεις… Παρότι άγρια γκριζαρισμένοι πλέον, συμπεριφέρονται σαν πάτρωνες του installation art, μανούλες στην εκτραβαγκάντζα και δεξιοτέχνες στο να νομιμοποιούν αυτό το αναίσθητο, πρωτοεπίπεδο, ηδονικό μέχρι πόρωσης camp pop υφάκι τους. Ο Tennant συνεχίζει να τραγουδάει άψυχα, απρόσωπα και προκλητικά “κενά” τα italo disco τραγούδια του, πετυχαίνοντας ο μπαγάσας να σε κάνει να οικειοποιηθείς ως ουσιαστικό, αυτό το άδειο τίποτα που επικοινωνεί… Κρυμμένος πίσω από αυτή την ψυχαναγκαστική γλυκύτητα που πάντα είχε, ο Tennant δεν έχει παρά μια απέραντη ματαιότητα να  προσφέρει αλλά τόσο μα τόσο πλουμιστή και όμορφη. Ακούς, όμως το “Love Etc.”, το “Vulnerable”, το “The Way It Used To Be”, το “More Than A Dream” (για παράδειγμα…) και πραγματικά απορείς με το πόσο δεξιοτεχνικά και ακαταμάχητα επιβάλλει ένα πανάδειο kitsch τίποτα ως βιώσιμη καλλιτεχνικά, pop φόρμα και μάλιστα υψηλής αισθητικής αξίας, κάνοντάς σε να χάψεις λαίμαργα και τα κλισέ και τα στερεότυπα και όλο το μενού της κοινοτοπίας στο οποίο καταφεύγει για να τραγουδοποιήσει.
Όταν μάλιστα κάνει φτηνά διφορούμενα τύπου “Did You See Me Coming?” (“Με Είδες Να Χύνω;“), θες να σηκωθείς να χειροκροτήσεις με όλη σου την ειλικρίνεια και να φωνάξεις με πηγαία θεατρικότητα, “Θεά!”.
Mετά τους απαντάς με το “Is It All Over My Face?” (“Είναι Απλωμένο Σε Όλο Το Πρόσωπό Μου;“) των Loose Joints.

Πραγματικά βγάζω το καπέλο μου στους Pet Shop Boys. Αν μάλιστα αυτό το καπέλο είναι και κείνο το ψηλό κωνικό ενός δρυίδη, βουτηγμένο μέσα σε ασημιά τρούφα, με λιλιπούτειους σβαρόφσκι δονητές ως κοσμήματα, ακόμα καλύτερα.

 

01/04/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Album Of The Week, Music | Γράψτε ένα σχόλιο

   

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 42 other followers