All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Bound

depeche-mode-cover2Depeche Mode
Sounds Of The Universe
(Mute)

Το καινούριο album των Depeche Mode ξεκινάει “αλυσσοδεμένο” και καταλήγει “διεφθαρμένο”. Το πρώτο και το τελευταίο κομμάτι γίνονται δύο αντικρυστές αγκύλες μέσα στις οποίες κλείνεται το σύμπαν. Κυριολεκτικά. Διότι το σύμπαν όλο, είναι η γαμημένα ηδονική φωλιά της φωνής του Dave Gahan και το ντροπαλό βλέμμα του Martin Gore που κάνει ρυτίδες ανάμεσα στα μάτια όταν συνοφρυώνεται, αυτές οι ρυτίδες που δίνουν στην όψη του την εικόνα απεγνωσμένου “αλμπίνου αλλιγάτορα”, όπως εκείνη η τραγική φιγούρα του J.F. Sebastian που συναρμολογούσε τα μέλη των replicas στο “Blade Runner”.

Θα ήθελα πολύ να μην είναι μια -ακόμα- προσωπική εξομολόγηση αυτό το κείμενο, αλλά δεν γίνεται να το αποφύγω. Οι Depeche Mode πάντα λειτουργούσαν ως το απόλυτο άλλοθι της περιαυτολογίας μου. Μιλώντας για αυτούς, αισθάνομαι ότι ξεβρακώνομαι επικίνδυνα. Αυτή τη φορά, το ρίσκο μου έχει να κάνει με το ότι “με εκθέτουν στο σύμπαν”, με πάνε βόλτα στον Κρόνο και στον Δία, με κάνουν να νιώσω “Spacewalker” και μάλιστα σε αυτό το τελευταίο κομμάτι, συνοδεύουν την βόλτα μου στο διάστημα με ένα electro pop instrumental, από αυτά με τα οποία τους αγάπησα συγκλονιστικά στο “Broken Frame” το 1982.

Για μένα το “Spacewalker” είναι το καινούριο “Nothing To Fear” (ή το καινούριο “The Chase” του Giorgio Moroder από το “Midnight Express”;) Είναι το ανέμισμα μιας φράτζας στο πανηγύρι της ματαιοδοξίας, ή ο καλπασμός ενός καθαρόαιμου, αραβικού μπροστά στην αυλή των καταχρηστικά προυχόντων νεορομαντικών… Ξανά μανά λοιπόν, από κει που ξεκινήσαμε – από το σκοτεινό chic, τα στενά δερμάτινα, το bondage, τα άφυλα φετίχ, την synth pop που μπορεί να ενσωματώσει και ο Larry levan στις λίστες του στο Paradise Garage αλλά και ο Rusty Egan στο Blitz… To “Sounds Of The Universe”, φτιαγμένο με vintage ηλεκτρονικά καλούδια στο στούντιο ακούγεται φιλόδοξο, επικών διαστάσεων, λαμπερό και ενήλικο, αλλά ταυτόχρονα και με μια υπόκλιση στην κίνηση, μια λεπτή αναζήτηση της σωτηρίας των δημιουργών του.

Για πρώτη φορά, ο Gahan και ο Gore συντραγουδούν (το συγκλονιστικό “Peace”) και συν-γράφουν τραγούδια (το “Oh Well”, που θα υπάρχει μόνο στην limited έκδοση του album, ως b-side του single “Wrong”), δίνουν τα χέρια πάνω από το βαθύ χάσμα που έχει χωρίσει τις εντελώς διαφορετικές φύσεις τους. Ακούγονται smooth, “μεγαλύτεροι από τη ζωή”, βετεράνοι. Επιστρέφουν λίγο ειρωνικά στον ήχο που τους άνδρωσε, αλλά και σε παράλληλα σύμπαντα όπως του italo ή του techno pop κόσμου για τον οποίο, οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι ως πατριάρχες, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Αν οι Kraftwerk επηρρέασαν τις ορδές των ανεξάρτητων groups με τα ηλεκτρονικά τους, οι Depeche Mode και ο Girorgio Moroder τα νομιμοποίησαν στο mainstream, με στρογγυλά τραγούδια και μελωδίες.

Το “Peace” ακούγεται στο ρεφρέν ως ένα αισιόδοξο εμβατήριο για την κατάκτηση μιας ακόμα κορυφής (προσέξτε τα υλικά τους, είναι όλα Αrp και Korg synths ή άλλα που προσομοιάζουν σε αυτά), το “Jezebel” είναι η μελωδία που κάνει τον Martin Gore να ακούγεται σαν περήφανος crooner ή ζεν πρεμιέ αλά 60′s, πάνω σε μια γλυκιά casio μελωδία που νομίζεις ότι έχει γράψει ο Ryan Paris όταν απολάμβανε μια bossa nova, το “Wrong” είναι ο εξορκισμός της άρνησης, μια προσωπική επανάσταση απέναντι στο “λάθος” της ύπαρξής του: φτύνει τα λόγια (“Wrrrrr-aaawnnng”), επαναλαμβάνοντας λυτρωτικά το λάθος μέρος, στη λάθος στιγμή, με λάθος ρόλο, σε λάθος άνθρωπο… Το ζοφερό βίντεο (δες στο τέλος του κειμένου) επιτείνει το “Λάθος”.

Tα bleeps στο πολύ αγαπημένο μου, “Fragile Tension”, παίζουν το ρόλο που μου αρέσει περισσότερο στο σύμπαν των Depeche Mode: τρελαίνομαι να χαζεύω στις συναυλίες τους, τον τρόπο που το beat, τα bleeps και οι πλάτες των keyboards μπαίνουν μέσα στους fans. Τη διαδρομή δηλαδή, με την οποία οι μελωδίες εισχωρούν μέσα στο σώμα και κάνουν τους ανθρώπους να κινούνται με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, απολαμβάνοντας τα τραγούδια. Κανένας fan άλλου συγκροτήματος δεν δίνει την αίσθηση που δίνει ο fan που πάλλεται από τα bleeps των Depeche. Στο σώμα τους και στο βλέμμα τους ζωγραφίζεται μια πολύ συγκεκριμένη ηδονική, ολοκληρωτική διάσταση, την οποία ζουν μόνο όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με το συγκρότημα. Το “In Sympathy” είναι ένα τραγούδι που “κάθεται” πολύ ωραία σε μίξη με το “Some Velvet Morning” των Primal Scream (και με το “Cascade” των Future Sound Of London και το “Pennies From Heaven” των Inner City και το “Say It Again” των Danse Society…) μόνο όταν δείτε ανθρώπους, όμως, να το χορεύουν (κάπως σαν να το υπηρετούν, να το “φέρουν σε πέρας”, να συγχρονίζουν εκστατικά τα χείλη τους στα λόγια των στίχων), αυτό και όχι κάποιο από τα υπόλοιπα ταιριαστά του κομμάτια, θα πάρετε το αίσθημα για το οποίο σας μιλάω…

Τσεκάρετε την παλικαρίσια παραγωγή του Ben Hillier αλλά και το εικαστικό του Anton Corbijn που κοντεύει να τους παντρευτεί έτσι όπως τους ερωτεύεται στις φωτογραφίες του. Τσεκάρετε επίσης ότι τα πιο μέτρια τραγούδια του album είναι τα τρία που έγραψε ο Gahan με τα φιλαράκια του, τον drummer των συναυλιών τους, Christian Eigner και τον Andrew Phillpott (“Come Back”, “Hole To Feed”, “Miles Away”), όλο ποζεριά και μαγκιά, χωρίς ουσία καμία – ό,τι σώζεται, σώζεται από τις έξυπνες ενορχηστρώσεις- γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ο Dave δεν τόχει καθόλου με τη σύνθεση (εξ ου και τα προσωπικά albums του είναι απελπισία, μαύρη). Τσεκάρετε τέλος, και το χάλια εξώφυλλο του δίσκου που παίζει να είναι και το χειρότερο από τα δώδεκα albums τους μέχρι σήμερα – πραγματικά κρίμα για το φιλότιμο και τόσο μα τόσο κιμπάρικα αξιοπρεπές album τους. Αυτό το εξώφυλλο, ούτε στο όγδοο remix ενός αποτυχημένου project των Stock, Aitken & Waterman από το 1987, δεν θα άξιζε…

27/03/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 4 σχόλια

Album of the week ending 28.03.09

phoenixcoverPhoenix
Wolfgang Amadeus Phoenix
(Loyaute)

Είναι τρελοί αυτοί οι Γαλάτες. Ανέκαθεν ήταν, από την εποχή που ο Ovelix φιλοτεχνούσε τα μενίρ με κείνο το συγκινητικό μεράκι. Σήμερα οι Γαλάτες, ως απόγονοι του Ovelix φιλοτεχνούν ακόμα μενίρ που θεωρούν εντελώς αυτονόητο ότι θα συγκινήσουν τα πλήθη.

Πάρτε ας πούμε τους Phoenix: τέσσερις bohemes από τις Βερσαλλίες επιμένουν στο μοναχικό δρόμο τους, συνεχίζουν να φτιάχνουν albums για μια γενιά που ενώ δεν έχει μνήμες από τα 70′s αυτοί επιμένουν να εμπνέονται από εκείνη την pop αντίληψη, ακυρώνουν τα όρια όπου σταματάει η pop και ξεκινάει η επική rock δράση, γράφουν ολοκληρωμένα τραγούδια που λειτουργούν σε τρία ή τέσσερα επίπεδα και όχι στο πρώτο μόνο, όπως επιτάσσει με αγωνία η εποχή τους, δίνουν εξίσου σημασία στην ακρόαση από τον σπιτικό καναπέ αλλά και από ένα στασίδι κάποιου club. Επιπλέον έχουν καλό (κάλλιστο!) γούστο και δεν νιώθουν κομπλεξικά να “επικοινωνήσουν” τη φινέτσα τους.

Ε, δεν είναι τρελοί;

Στο τέταρτο, αυτό μάλιστα, album τους αποδεσμεύονται από την πολυεθνική EMI (την Astralwerks, συγκεκριμένα) και την ψάχνουν μόνοι τους, μια κίνηση που προφανώς μοιάζει να τους απελευθερώνει οριακά. Μετά το “It’s Never Been Like That” του 2006, οι Phoenix ακούγονται απολαυστικά περίπλοκοι χωρίς αυτό να τους αγχώνει καθόλου. Ο λόγος που δεν τους αγχώνει, είναι ότι πρώτοι οι ίδιοι ακούγονται να εμπιστεύονται βαθύτατα την ικανότητά τους να γράφουν εύληπτα, απολαυστικά ρεφρέν, να ντύνουν αβίαστα τους κορμούς των τραγουδιών τους με hooks που δεν βρίσκει κανείς εύκολα, εκεί έξω στην αγορά και να τραγουδούν υπέροχα -ο Thomas Mars δε δίνει δεκάρα για το macho, και επενδύει όλα του τα χαρίσματα σε ένα τρυφερό, όμορφο αγορίστικο τραγούδισμα, από αυτό που έκανε τους Supertramp, αναπόσπαστα δεμένους με το φαλτσέτο του Roger Hodgson αλλά και τον Justin Timberlake παγκόσμιο ερμηνευτή. Κοινώς οι Phoenix πιστεύουν και επενδύουν τόσο πολύ στον προσωπικό, πλούσιο σε αναφορές και μοναδικό σε ταυτότητα, κόσμο τους, αυτόν που έχτισαν με τους Tahiti 80, τους Air και τον Sebastien Tellier- την περιβόητη avant γαλλική σκηνή των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων- που βγαίνουν κερδισμένοι επί τέταρτη συνεχή φορά. Αν τα δύο πρώτα albums τους, “United” (2000) και “Alphabetical” (2004) ήταν η γνωριμία με μια συγκλονιστικά οικεία και ενδιαφέρουσα τργουδοποιία, το “Wolfgang Amadeus Phoenix” είναι η επικύρωσή της και το άνοιγμά της σε όλα τα όμορα pop χωράφια. Σε όλα όμως.

Διότι τα τραγούδια τους εδώ είναι pop, progressive rock, techno boogie, vintage λευκή γαλανομάτικη soul, electro pop και αστικό synth funk. Συχνά δε, όλα αυτά ταυτόχρονα.

Το “Lisztomania” που σε υποδέχεται ας πούμε στο δίσκο, είναι εμπνευσμένο από την βιογραφική ταινία του μουσουργού Franz Liszt με πρωταγωνιστή τον Roger Daltrey των Who, ένα “ειρωνικό” κομμάτι που κλείνει το μάτι στους Electric Light Orchestra και το ντελιριακό ενορχηστρωτικό όραμα του Jeff Lynne, αλλά με έναν πολύ νεοκυματικό τρόπο, με πολύ νεύρο στο βλέμμα και πολύ προθυμία να το ανατρέψουν όλο αυτό με τη μία. Να το φέρουν τούμπα!  Η σημασία που δίνουν στην παραγωγή (την οποία μοιράζονται με τον Phillipe Zdar των Cassius) κάνει αυτό το album τόσο πλούσιο που σε προτρέπει να ασχοληθείς με το κάθε ένα τραγούδι ξεχωριστά, στο κείμενό σου, να το αναδείξεις και να προσπαθήσεις να μεταφέρεις τον ξεχωριστό πλούτο που διαθέτει από το προηγούμενο ήτο επόμενο στο χαρτί…

Με αυτή, τη λογική, δεν μπορείς να μην αναφερθείς στην τεταμένη πολυεπίπεδη φύση του “1901″ (τέσσερα διαφορετικά τραγούδια ενσωματωμένα σε ένα!), με τα synths σα λάμες, να καβαλάνε στο σβέρκο σου και να σε βάζουν να τρέχεις να παραδεχτείς ότι ναι, ο Rick Wakeman μπορεί να συμβιβαστεί πολύ δημιουργικά με τον Paul Weller (!!!). Δεν μπορείς να μην παραδεχτείς ότι η τεμπέλικη μπλαζέ soul του “Fences” είναι το τραγούδι που θες να σε καλημερίζει το πρωί και συ να το επαναλαμβάνεις στο repeat του i-pod σου με εμμονοληπτική μανία. Δεν μπορείς να μην παραδεχτείς ότι η σουίτα “Love Like A Sunset” που τρέχει σε επτάμισυ ολόκληρα λεπτά, είναι ένα υπερφιλόδοξο progressive ambient σχήμα που θα έκανε περήφανους τους Gong στο ίδιο τραπέζι με τον Alex Patterson των Orb. Το ανυσηχητικά υπέροχο είναι, ότι πιάνεις τον εαυτό σου να το απολαμβάνεις βουλιμικά… Δεν μπορείς να μην εκπλαγείς ακούγοντας το “Rome” και να μην πιστέψεις ότι ένα group σαν τους 10CC έπαθε καταληψία με τους Daft Punk…

Μπορείς να κυλιέσαι ώρες σε σκέψεις τέτοιου είδους ακούγοντας το “Wolfgang Amadeus Phoenix”, να απολαμβάνεις ενώ ταυτόχρονα προκαλείσαι να επικοινωνήσεις αυτό που ακούς στους άλλους και ειδικά σε αυτούς που δεν έχουν συναισθηματική αντίληψη των ακουσμάτων των 70′s από όπου οι Phoenix αντλούν όλη την ακριβή έμπνευσή τους για να γράψουν, χρησιμοποιώντας όμως υλικά να τις πραγματοποιήσουν από όλες τις δεκαετίες.

Εϊναι τόσο γαμημένα υπέροχα έντεχνοι οι Phoenix (και παρακαλώ αποφορτίστε τη λέξη “έντεχνοι” από όσα λανθασμένα ξέρετε από την αντίστοιχη ελληνική έντεχνη σκηνή του κώλου), τόσο ζαλιστικά πλούσιοι και τόσο φιλόδοξα πολυεπίπεδοι που άλλοι τέσσερις τέτοιοι αν υπήρχαν τα charts σήμερα, δεν θα βρωμούσαν σαν χαβούζα.

25/03/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Album Of The Week, Music | 1 σχόλιο

Easter, Give Sheep A Chance

raw-sexΓνώρισα περισσότερους ανθρώπους από όσους μου αναλογούσαν στα χρόνια μου μέχρι τώρα @ Από δω και πέρα οικονομία και αυστηρή επιλεκτικότητα. @ Όσο παραπάνω μίλησα, τόσο χρεώνομαι τώρα σιωπές. Όσο περισσότερο συναναστράφηκα, τόσο χρεώνομαι τώρα μοναξιές. @ Η συμπαντική, νομοτελής ισορροπία το αιτεί. @ Κι εγώ μαζί της. @ Το κραχ είναι καθολικό. @ Η ωραιότερη ατάκα που άκουσα πρόσφατα και με αντιπροσωπεύει απόλυτα είναι από το -κουραστικό, κατά τ’ άλλα- “Watchmen”: “Δεν είμαι εγώ κλειδωμένος εδώ μαζί σας. Εσείς είστε κλειδωμένοι εδώ μαζί μου.” @ Ή κάτι τέτοιο. @ Την λέει ο πολύ σωστός, αιμοδιψής, κυνικός, ανήσυχος, παρμένος και μονίμως συφιλιασμένος Rorschuch (Jackie Earl Haley). @ Επίσης όλοι στο σινεμά κάπως σαν να γελούσαν χλευαστικά με τον Nite Owl II (Patrick Wilson). @ Δεν καταλαβαίνω γιατί, ειλικρινά. @ Μου φάνηκε κανονικότατος και sexy επιπλέον. @ Ο Dr. Manhattan (Billy Crudup) ήταν η ίδια η μεσσιανική ηλιθιότητα. @ Τον ενσάρκωσε με στωική τελειότητα, ο Billy. @ Η Sally “Laurie” Spectre (Malin Akerman) ήταν σαν διαφήμιση της Wella. @ Σε όλη την ταινία. @  Το Ύστερ έρχεται θρηνώδες, αμήχανο και αχρείαστα λουλουδιασμένο. @ Αιωρείται μια νεφελώδης σφαλιάρα (όχι σαν αυτή τη λαμπερή που μονίμως καθρεφτίζεται στα μάτια της Όλγας Τρέμη) και όλων τα μάτια την ακολουθούν ψιλο-υπνωτισμένα. @ Διλήμματα: ξεστόμισα άπειρες φορές αυτή τη λέξη προχτές που κουβέντιαζα με τον φίλτατο Α. @ Προσπαθούσαμε να βρούμε τι σημαίνει, αν είναι μόνο βαριά λέξη και αν αναφέρεται σε επιλογές. @ Κάπου καταλήξαμε αλλά δεν έχει σημασία. @ Τα διλήμματα παραμένουν διλήμματα είτε τα κουβεντιάσεις, είτε όχι. @ Η Χ. μου πήρε δώρο τα “Aπομνημονεύματα Αδριανού” της Marguerite Yourcenar. @ To βιβλίο ξεκινάει με τη φράση “Αγαπητέ Μάρκο” και συγκινήθηκα. @ Του εξιστορεί, στην πρώτη σελίδα, πώς τον εξετάζει ο γιατρός του, Ερμογένης. @ Μπήκα σε trip ακροατή. @ Βαρέθηκα αυτούς που ψάχνουν την αλήθεια και πιστεύουν μόνο σε αυτή. @ Με ξενερώνουν πια. @ Όχι γιατί έχω “θέματα” με την αλήθεια – κάθε άλλο. @ Αλλά επειδή τη χρησιμοποιούν σαν προπέτασμα για να εκδικηθούν τον εαυτό τους που στην ουσία μια ψευδαίσθηση ονειρεύεται, ντε… @ Η κούραση στους φίλους μου, κουνάει σαδιστικά το άσχημο κεφάλι της. @ Το καλύτερο νέο που έχουν να τους συναρπάσει είναι η έγκριση μιας μεταφοράς υπολοίπου. @ Η Σ. μου έστειλε -για να το πιστέψω ότι υπάρχει- το δελτίο Τύπου του δίσκου του Χρήστου Νικολόπουλου, “Σινεμαδάκι μου” που έχει -λέει το δελτίο- “τραγούδια λαϊκά με το Τ και το Λ, κεφαλαία“. @  Ότι, τι; @ Μνήσθητί μου Κύριε. @ Μα καλά, δεν αγριεύεται κανένας; @ Ο tranzistorer μού βρήκε ένα group στο οποίο συμμετείχε η Neneh Cherry το οποίο έψαχνα λυσσωδώς (και όχι μόνο), καθότι τελευταία έχω βουτήξει βουλιμικά στη λίστα του Larry Levan και τα ακούω όλα. @ Δεν είναι οι Rip Rig & Panic αυτοί που ήθελα. @ Λέγονταν Raw Sex, Pure Energy (…) και έβγαλαν ένα και μοναδικό σπάνιο, σήμερα, maxi single (στη φωτο πάνω αριστερά) στην Island το 1982, με δύο τραγούδια. @ Μια διασκευή του Stop The War (του Edwin Starr από το 1971) στην πρώτη πλευρά και το τραγούδι που δάνεισε τον τίτλο του στο παρών post, στην δεύτερη πλευρά, το “Give Sheep A Chance”. @ Οι Raw Sex, Pure Energy ήταν ένα project διαμαρτυρίας κατά της εισβολής της Βρετανίας στα νησιά Falkland. @ Οι άλλοι δύο, εκτός της Neneh, ήταν ο Joe Blocker και ο George Oban. @ Η Neneh ακούγεται σαν έμβρυο στο αστικό, ψυχρό funk του “Stop The War”. @ Δώστε βάση στα βελάσματα. @ Μια τομή μεταξύ ESG και Tom Tom Club. @ Το άλλο, το “Give Sheep A Chance” είναι μια electro άσκηση ύφους. @ Τίποτα ιδιαίτερο πλην του καταπληκτικού -οικολογικού, αντισφαγικού- τίτλου του. @ Η Neneh πάντα είχε ένα θεματάκι με όλα τα raw, εκεί έξω. @ Το 1987 ως debutant την είδε “Raw Like Sushi“. @ Χουζούρια και χάδια. @ Καθόλου τυχαία αρχίζουν από “χ” όπως τα χάλια και το χάσιμο. @ Αλλά από την άλλη, όπως και τα χνούδια και τα χαλούμια. @ Οπότε…

20/03/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Human | 3 σχόλια

Album of the week ending 22.03.09

cameraobscuracoverCamera Obscura
My Maudlin Career
(4AD)

O καημός μου με τους Camera Obscura (και άλλων ανάλογα λατρεμένων ή απλά συμπαθέστατων και γλυκών twee pop θιασωτών) είναι ξεκάθαρος: ποτέ δεν θα παίξουν σημαίνοντα ρόλο σε τίποτα. Με ένα παράδοξο που θέλει, όσο γλυκιά και απολαυστική να είναι η μουσική τους, τόσο πιο μονότονα να ξεβράζεται άπό το σύστημα, ως ασήμαντη και αχρείαστη, αυτά τα συγκροτήματα έχουν αποκτήσει ένα status εντελώς cult, λατρεύονται από κλειστές “σέχτες” ακροατών που τους ξεχωρίζεις εύκολα στο πλήθος. Τα αγόρια έχουν ένα ταξιδεμένο βλέμμα με μαλλιά απείραχτα από το μαξιλάρι και τα κορίτσια ένα κότσο με μια εμπριμέ κορδέλα. Περπατούν δίπλα – δίπλα και δεν πολυμιλάνε, αλλά σχεδόν πάντα μοιράζονται τα ακουστικά του i-pod.

Ακόμα και στις ζωές αυτών των ανθρώπων, με τα εμπριμέ και τα υφασμάτινα παστέλ παντελόνια, όμως, οι Camera Obscura δεν παίζουν σπουδαίο ρόλο. Απλά λατρεύονται ως κάτι ξέχωρο από την πραγματική ζωή. Προβάλλονται στις αισθήσεις τους, ως μια εξειδανικευμένη πλευρά της αλήθειας, ως μια παρήγορη ουτοπία, μια ρομαντική, εξωραϊσμένη ταινία μυαλού. Ωστόσο οι Camera Obscura παραμένουν αξιολάτρευτοι. Και ας είναι μικρής εμβέλειας, που δεν προβλέπεται να μεγαλώσει.

Το “My Maudlin Career” είναι ένα album στο οποίο η Tracyanne Campbell μοιάζει να δανείζεται τη χροια της φωνής της άλλης Tracey, της Thorn (το “James” μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από το “Idlewild” των Everything But The Girl) και οι υπόλοιποι πέντε της μπάντας παιανίζουν την ενορχηστρωμένη – σαν – πολύτιμο – δισκοπότηρο – pop τους σαν να βρίσκονται σε party προς τιμήν του Jimmy Webb. Τώρα που το σκέφτομαι, βέβαια, αυτό έκαναν πάντα οι Camera Obscura, δέκα χρόνια τώρα, επί τέσσερα συναπτά – και απολαυστικά, λατρεμένα albums. Αλλά νομίζω, ότι και στα επόμενα δέκα, αν κάνουν ακριβώς το ίδιο, καθόλου δεν θα αγριευτώ και η ένταση της αρέσκειάς μου για δαύτους, θα παραμείνει πάντα σταθερά ψηλή.

Στο album αυτό υπάρχουν καταρχήν τρία από τα τραγούδια της χρονιάς, το “French Navy”, το “Sweetest Thing” και το “Honey In The Sun”, λαμπερά uptempos ενός περήφανου σκοτσέζικου αλά 60′s rhythm ‘n’ blues. Με καταπληκτικό ρυθμό, κατακεραυνώνουν (πάντα με παστέλ αστραπές και capri παντελόνια) τα κυριακάτικα πρωινά – θες να κλαις με το πόσο τρελά “το έχουν” σε αυτά τα κομμάτια. Από κει και πέρα έχουν τραγούδια που μοιάζουν σαν κορνίζες στο τείχος του Phil Spector ( το ομώνυμο του album και το “Swans”) αλλά και άλλα που έχουν βγει από τη φάρμα του Glen Campbell ή του Johnny Rivers (“Away With Murder”, “You Told  A Lie”, “Forest And Sands”) – πανέμορφα countrypolitan για τη γενιά που έχει αποενοχοποιήσει τα ζακετάκια στους ώμους. Άλλα τραγούδια μοιάζουν με… σουηδικά αναβιωτικά του επαρχιώτικου ρομαντισμού. Δηλαδή, στο “Sweetest Thing” ακούς εκτός από μια εξημερωμένη ενορχηστρωτική γραμμή (κάτι σαν τη δουλειά που έκανε ο Owen Pallett στους Last Shadow Puppets), μια αδιόρατη παρουσία από Jens Lekman… Κάτι σαν σκια στα παρασκήνια.

Νομίζω όμως ότι οι γλασκωβέζοι – σκοτσέζοι (Camera Obscura) μοίράζονται με τους γκετεμποργκαίους -σουηδούς περισσότερα από έναν αδιόρατο ροδομάγουλο βορειοευρωπαϊσμό. Μοιράζονται ας πούμε τον παραγωγό Jari Haapalainen (δεν θα ήθελα να με λένε Χααπαλάινεν) που έχει στρώσει και τους Peter, Bjorn & John αλλά και τους Concretes με τους οποίους οι Camera Obscura μοιάζουν σαν δίδυμα αδέλφια.

Παίζοντας κλασικά μοτίβα με σύγχρονο πνεύμα, οι Camera Obscura φαντάζομαι θα προσβάλλονταν αν τους καταλόγιζες μοντερνιτέ. Για αυτό και φροντίζουν, η μουσική τους να ακούγεται διαχρονική, παντοτινή και άφθαρτη σαν το “γκλιν” ενός πιατινιού στην αιωνιότητα.

 

17/03/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Album Of The Week, Music | 3 σχόλια

Yγρή

mcgheecoverΑκούω την Donna McGhee να γουργουρίζει, να λιώνει και να κυλιέται πάνω σε ό,τι είναι πιο φιλικό προς την κάβλα της (σεντόνια, μαξιλάρια, πατώματα ή χορτάρια) και δεν μπορώ να μην το μοιραστώ. Είναι το τραγούδι που μπορεί να σου αλλάξει σεξουαλικό προσανατολισμό, να σε βάλει σε λούπα και να ανακαλύψεις ότι είσαι μάλλον, περισσότερο “υγρός” και πρόθυμος προς κατευθύνσεις που δεν περίμενες,  από όσο νόμιζες. Το έγραψε ο  ευφυέστερος disco πατέρας ever, ο Patrick Adams και το κυκλοφόρησε στην εταιρία του Red Greg το 1978, σε maxi single και σε lp, το εικονιζόμενο αριστερά, “Make It Last Forever“, πολύτιμο απόκτημα σήμερα για τους σκαπανείς του αυθεντικού. Η Donna τραγουδάει σε κατάσταση επικίνδυνης ερωτικής μέθης (παρότι δεν χάνει τα λόγια της) πάνω σε μια λαμπερή, λαμπερότατη, like amazing, αστραφτερή ενορχήστρωση, με tempo μεσόμπιτο μπλαζέ και αισθησιακό περίβλημα. Είναι βέβαια, το No.1 που ποτέ δεν έγινε (η άλλη Donna, η Summer μονοπωλούσε τότε, το disco mainstream) και η επιτυχιάρα που λάμπει από το χρονοντούλαπο, από αυτές που κάποιοι θα χαρακτηρίσουν ως underground για να δικαιολογήσουν την απουσία του hype στην εποχή τους. Μην μπερδεύεστε: είναι τόσο overground η Donna, όσο και η αξία ενός βαθιού ερωτικού στεναγμού (όχι ενός ψεύτικου). Νιώθω ότι σας το κάνω δώρο. Θα το εκτιμήσετε εσείς που το 1978 θα προτιμούσατε να χορεύετε στο Paradise Garage παρά στο Studio 54. Αν σας ρωτήσουν ποτέ τι σημαίνει glamorous, πατήστε το play.

13/03/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Human, Music | 8 σχόλια

Album of the week ending 14.03.09

royksopp-junior1Royksopp
Junior
(Wall Of  Sound)

Η αλήθεια είναι ότι τέσσερα χρόνια μετά το “Understanding”, οι Svein Berge και Torbjorn Brundtland δεν έχουν και πολύ καινούρια πράγματα να πουν. Με τα ίδια πάνω κάτω καταπιάνονται: πλατιές ατμόσφαιρες, ρυθμοί ανάποδοι - ρυθμοί ίσιοι, μελωδίες σε κωλοτούμπες, σκαρωμένα pop τραγούδια για geeks ή χορευτές που έχουν μια λόξα, ίσως, με τις υγιεινές διατροφές, bleeps για ξύπνιους, αισθητικά σκανδιναβουργήματα με ούγια. Μοντέρνα ηχογλυπτική. Αυτά. Φοβάμαι ότι στο στούντιο των Royksopp εξαντλούνται και όλα αυτά που θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει στην electronica που παίζουν.

Το “Junior” μου φαίνεται ένα album που κατά κάποιο τρόπο δίνει απάντηση στο γιατί οι electro poppers πάνε πάντα δυο – δυο, γιατί δηλαδή, το συνηθέστερο line up σε αυτήν την κατηγορία είναι το ντουέτο. Ο ένας σκαρφίζεται και φτιάχνει ένα μοτίβο. Ο άλλος λέει “wow, το κρατάμε, κωλολέει!”. Ο πρώτος μπαίνει στο αρχείο με τις λούπες και ανασύρει την κατάλληλη. Ο δεύτερος, την τεμαχίζει και την παστώνει με ό,τι του έκανε εντύπωση τις δύο τελευταίες εβδομάδες. Ο πρώτος λέει “γαμώ, νόστιμη!”. Ο δεύτερος χαίρεται. Και ούτω καθ’ εξής…  Οι ώρες μέσα στο στούντιο ενός ντουέτου που έχει φάει πετριά με την electro pop μπορούν να περνάνε χωρίς κανείς να παίρνει χαμπάρι πότε ξημερώνει και πότε νυχτώνει. Και στην περίπτωση της Νορβηγίας, οι ώρες στο στούντιο των Royksopp μπορούν να περνάνε σε εξάμηνα και κανείς να μην παίρνει χαμπάρι τίποτα…

Παρότι όμως το “Junior” πράγματι δεν προσθέτει, ούτε αφαιρεί κάτι από το δυναμικό που έχει χτίσει το ντουέτο μέσα στα δύο προηγούμενα albums του, ακούγεται απολαυστικό και ξέγνιαστο, όσο καταδεικνύει το πρώτο single “Happy Up Here”, χαζούλι, γλυκούλι και  ομορφούλι (και άλλα σε -ούλι). Οι δύο τους φαντάζουν σαν στιλίστες των ρυθμών, ξεφεύγουν ως παραγωγοί και χτίζουν πύργους Πίζας που μπατάρουν πότε στο ελαφρύ και αφελές και πότε στο πολυεπίπεδο και το σοφιστικέ, έχοντας κατά νου όλες τις φόρμες της μεγάλης ευρωπαϊκής παράδοσης των ρυθμών. Από italo μέχρι brit house και από hi-NRG disco μέχρι ambient, οι δύο Royksopp αλέθουν τα υλικά τους σε pop φορμάκια, που καταναλώνονται αχνιστά, με το που βγαίνουν από το φούρνο. Σαν το ελαφρώς αμήχανο εξώφυλλό τους, ένα επί τούτου πρόχειρο κολλάζ από “ό,τι νάναι” στοιχεία, χωρίς λόγο και αιτία τοποθετημένα όπου πέσαν στην οθόνη του γραφίστα, η αισθητική των Royksopp βασίζεται πολύ στην πρώτη εντύπωση, στο λίγο τυχαίο και σε αυτό που περνάει από μπρος σου στο πλαίσιο της σημερινής μόδας. Αύριο πάλι, είναι μια άλλη μέρα.

Κάποιοι ίσως τσινίσουν με την αφέλεια του “Junior” -μάλλον έχει έρθει η ώρα της μερικής αποκαθήλωσης των Royksopp- αλλά η αλήθεια είναι ότι πραγματικά δεν έχει σημασία η διάθεση με την οποία εκθέτουν την πραμάτεια τους. Σημασία έχει ο πλούτος της παραγωγής τους. Το πολύ ενημερωμένο οπλοστάσιό τους. Η εξοικείωσή τους με τα κάθε είδους ηλεκτρονικά τερτίπια… Και οι καλεσμένοι τους – όλοι σχεδόν από τη χώρα τους ή γείτονες: η Robyn τραγουδάει (σαν robo-Kylie) το θαυμάσιο “The Robot And The Girl”, η Lykke Li το πανάλαφρο, καθόλου σπουδαίο ωστόσο, ”Miss It So Much”, η Karin Dreijer-Andersson των Knife το αγχωτικό, συγκοπτόμενο “Tricky Tricky”, η Anneli Drecker το προορισμένο-να-γίνει-επιτυχία-στις-βραδυνές-ζώνες-των-Best-Radios-αυτού-του-κόσμου “You Don’t Have A Clue” ενώ οι ίδιοι κρατάνε για τον εαυτό τους τα φωνητικά του italo-disco “It’s What I Want” βάζοντας ένα στοίχημα με τον εαυτό τους να μοιάσουν με τους ιταλούς εκείνους που είχαν τόση σχέση με την φωνητική όση και με την αεροναυπηγική.

Το “Junior” περνάει από τον player χωρίς να σε απασχολήσει ιδιαίτερα. Χωρίς να απαιτήσει μια κεραία σου τεντωμένη. Και αυτό -το ίδιο που θα κάνει κάποιους να το θάψουν- είναι ένα από τα πλεονεκτήματά του…

09/03/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Album Of The Week, Music, Uncategorized | 2 σχόλια

Album of the week ending 07.03.2009

le-page-coversmallLe Page
Teddy Girls
(Drunk Squirrel)

Ok είναι ep, είναι μόνο έξι τραγούδια, αλλά αντιμετωπίστε τα ως κολλημένα στο repeat. Όχι απλά, ως έξι κομμάτια και τέρμα. Το “Teddy Girls” είναι κάπως σαν εμμονή. Προσγειώνεται στο player και μένει εκεί για όσο θέλει. Όσα υπόλοιπα προσθέτεις (συγκεκριμένα, το “French Navy” των Camera Obscura, το b-side του “Wrong” των Depeche Mode, το album των Grizzly Bear ή το ντεμπούτο ep των Fascination Movenent), κάποια στιγμή τα βγάζεις και βάζεις άλλα στη θέση τους. Το “Teddy Girls” όμως παραμένει. Σταθερά και ακλόνητα, εκεί, στο player…

Οι Le Page είναι έκπληξη κάτι παραπάνω από ευχάριστη. Προσγειώθηκαν εδώ και στρογγυλοκάθισαν με πλήρη εξάρτυση -φυσαρμόνικες, κιθάρες, μαράκες, παλαμάκια, οργανάκι και δύο αξιαγάπητες φωνές- εφοδιασμένοι με ένα πλήθος πολιτισμικών αναφορών που χαίρονται να μετουσιώνουν στη μουσική τους και να προσφέρουν στην παρέα τους. Aποπνέουν μια συντροφικότητα που δεν έχεις την πολυτέλεια να απολαμβάνεις, τόσο κατακτημένα, οικεία και ζωντανά, με ντεμπούτο σύνολο άλλου σχήματος. Έχουν στιλ, αισθαντικότητα, χυμούς, γλυκύτητα και αέρινα τραγούδια. Έχουν τρόπο, ύφος, ένα ήθος, έρωτα και μελωδίες. Οι φωνές τους παίζουν ένα αντιστικτικό παιχνίδι μεταξύ τους -Αντώνης βάρδος – Τερψιχόρη δεσποσύνη, Αντώνης κιθαρωδός – Τερψιχόρη ατενίζουσα από το παράθυρο, Αντώνης πρόθυμος εξομολογούμενος – Τερψιχόρη δεκτική εξομολογήτρια, Αντώνης καλικάντζαρος – Τερψιχόρη νύμφη, Αντώνης άρχοντας – Τερψιχόρη πατρικία… Ένα ζωντανό καλειδοσκόπιο φωνών που αναφέρεται στην πραγματική ζωή, που γίνεται η ευοίωνη μελωδική έκφραση μιας τρυφερής γκάμας συναισθημάτων.

Αυτό που κάνει το “Teddy Girls”, ένα πραγματικά ιδιαίτερο και ξεχωριστό άκουσμα της ντόπιας σκηνής είναι ότι τα τραγούδια του δεν υποτάσσονται σε καμία ψυχαναγκαστική θεματολογία, είναι γραμμένα χωρίς την καταπιεστική μέγγενη του indie. Παραμένουν indie αλλά δυνητικά αποτελούν mainstream καλούδια που απλά περιμένουν να ανακαλυφθούν. Οι επιρροές των Le Page είναι κυρίως από την τραγουδοποιία των 60′s -την sunshine pop, την επαρχιώτικη anorak ξεγνιασιά, τα στιλάτα κορίτσια της Carnaby Street αλλά και τα κομψά αγόρια της Trafalgar. Ειναι παστέλ (αλλά όχι γλυκερά), μυρίζουν βρετανική επαρχία (αλλά όχι λιγούρικα), έχουν ένα… teddyness στην όψη τους (αλλά όχι υποκριτικό), είναι στρογγυλά και γερά και κάπως “ανώμαλο-να μη σου αρέσουν” (αλλά καθόλου ψυχαναγκαστικά). Ούτε σαν St. Etienne, ούτε σαν Mono In VCF όμως. Πιο πολύ σαν Sonny & Cher ενός αυτοσχέδιου, μεσογειακού lo-fi.

Καθένα από τα έξι, μου αρέσει με έναν άλλο τρόπο, που μπορεί να επικοινωνηθεί με το tempo του. Το “Bubble Bubble” είναι η χαρά της ζωής σε ένα διακριτικό χορευτικό soul tip (μπορείτε να το στείλετε ως καλημέρα σε ένα αγαπημένο πρόσωπό σας και να σας έχει κορώνα στο κεφάλι του για όλη την υπόλοιπη ζωή του). Το “Talking To Plants”, στο οποίο φιλοξενούν την πρόζα του myspace – buddy τους αμερικανού συγγραφέα και μουσικού Barry Louis Polisar είναι σχεδόν συγκινητικό μέσα στην τρυφερότητά του (πόσο μάλλον με αυτόν τον τίτλο). To “Luna Land” είναι το ωραιότερο mersey beat που έχετε ακούσει μετά τους Gerry & The Pacemakers. Στάνταρ, πολυαγαπημένο. Το “Fawlty Towers” έχει πολύ πλάκα, όση πλάκα έχει η μελοποίηση των συναισθημάτων ενός φρέσκου ζευγαριού που ανακαλύπτει ο ένας για τον άλλον όλα όσα του την ψιλοσπάνε αλλά με ένα τρόπο που ακούγεται σαν μπαχαρικό της σχέσης. Το “Gogo Boots” είναι μια υγρή bossa nova, οριακά ερωτική, με τις φωνές των δύο τους, προκλητικά ψυθιριστές και το “You Don’t Care, I Don’t Care” είναι το πιο αμερικανικό από όλα τα τραγούδια του ep-  θυμίζει έναν ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, Sufjan Stevens να κάνει τον οίστρο του, τραγούδι.

Το “Teddy Girls” μπορείτε να το βρείτε στο Vinyl Microstore του Νεκτάριου στα Εξάρχεια. Eμφανίζονται στις 20 Μαρτίου στο Velvet Festival και 1 Απριλίου στο After Dark μαζι με τους Wild Honey και τους His Majesty The King Of Spain.

 

 

 

05/03/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Album Of The Week, Music | 5 σχόλια

   

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 42 other followers