All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Bat For Polly

batforlashespollyscattergood

Bat For Lashes
Two Suns
(Parlophone)

Polly Scattergood
Polly Scattergood
(Mute)

Νευρωτικές και ανήσυχες. Ιδιόρρυθμες και απρόβλεπτες. Τα σύγχρονα κορίτσια της βρετανικής τραγουδοποιίας έχουν προτεραιότητες άβολες. Σαν να μη χωράνε στα ρούχα τους, σαν να τους φταίει το σύμπαν που κινείται γύρω τους. Individuals και indie-viduals. Καλωδιωμένες με τους σκελετούς στην ντουλάπα τους. Ένα βήμα μετά από όλα όσα η γυναικεία φύση τους, καλεί να κάνουν. Με κομμένους τους κάβους. Και λυμένες τις αρθρώσεις. Παραληρούν στο πιάνο, κλαίνε στα τάστα, μπουκώνουν τα μικρόφωνα με λυγμούς και σαγηνευτικούς βρηχυθμούς. Παράτολμους.

Μέσα στην διαφορετικότητά τους (αυστηρή και οχυρωμένη διαφορετικότητα που δεν παραχωρούν σε κανέναν) η Natasha Khan και η Polly Scattergood έχουν πολλά κοινά. Γράφουν ανορθόδοξα. Αγαπούν τις ίδιες μούσες. Χρησιμοποιούν τα αγόρια για διάκοσμο. Ακούνε στο i-pod, εναλλάξ το “Never Forever” της Kate Bush και το “From The Choirgirl Hotel” της Tori Amos. Ρολλάρουν τις πρόζες τους και τις επιβάλλουν για τραγούδια.

Η μία θέλει να λέγεται Νυχτερίδα Για Μαστίγια. Η άλλη λέγεται Πόλυ Σκορπόκαλη. Spooky…

Αφηγούνται ιστορίες αγχωμένες και αγχωτικές. Τις ακούς με ένα συναισθηματικό σασπένς μέσα σου. Νιώθεις ότι τις έχεις στην απόχη σου, αλλά είναι φευγάτες. Εγκεφαλικές και αυθαίρετες μαζί. Sexy και ευνουχιστικές ταυτόχρονα. Θέλει τόλμη να ακούσεις το “Two Suns” της Natasha και το “Polly Scattergood” της Polly. Σε βάζουν σε μια πιρόγα, η μια τραβάει το αριστερό κουπί και η άλλη το δεξί. Σε πλέουν στο ποτάμι και δε νιάζονται αν τα αγκάθια από τα κλαριά που προεξέχουν στις όχθες σου γδέρνουν μαλλιά, μούρη και ώμους. Και σε γδύνουν κι από πάνω. Σου συμπεριφέρονται σαν νεράιδες από τη μία -τρυφερά και στοργικά- και σαν λαφιασμένες νύμφες από την άλλη – ξεζουμιστικά και λαίμαργα.

Τα επικίνδυνα κορίτσια, επικίνδυνα φέρονται.

batforlashescoverΗ Natasha τραγουδάει τα νυχτερινά, τελετουργικά και αργόσυρτα ματζούνια της πιο γλυκά και φιλικά. Πιο σιγανά από,τι στο βραβευμένο ντεμπούτο της “Fur And Gold”.  Αφήνει τις εντάσεις της να σιγοβράζουν στο καζάνι της Μεγάλης Νυχτερινής Μουσικής. Μπερδεύει το sex appeal της δημιουργικά με τις αναθυμιάσεις από καμμένο ευκάλυπτο και κέδρο. Παγανιστική ιέρεια ξεστομίζει χρησμούς που ομαδοποιεί σε τίτλους όπως “Moon And Moon”, “Pearl’s Dream”, “Siren Song”, “Two Planets”. Καλεί τον σοφό, καμμένο γέροντα Scott Walker σε μια γύρα γύρω από τη φωτιά, στο “Βig Sleep”. Μαζί θρηνούν το θάνατο αβάσταχτα. Η Natasha παίζει συνεχώς με τις δυαδικότητες και την έννοια της ζυγαριάς. Σε βάζει στο concept της ως σιωπηλό παρατηρητή. Σε θέλει αφοσιωμένο κομπάρσο. Kαι δίνει μαθήματα ουσίας στις κάθε Cocorosie αυτού του κόσμου (πρέπει να έχουμε λόγο για να φοράμε χρυσόσκονες και φτερά, σαν να τους λέει)…

Layout 1Η Polly φτιάχνει τραγούδια με γρατζουνισμένο drive. Νιώθεις να τρέχει στις προσωπικές πορείες της ταλαιπωρημένη και ψιλοτσακισμένη. Συνεχίζει όμως να προχωρά στην τροχιά της, δεν εγκαταλείπει μέχρι να ολοκληρώσει σε κάθε τραγούδι αυτά που την καίνε να πει. Ερμηνεύει σαν να έχει μόνιμα μια πίεση στο σβέρκο της, σαν μια παλάμη να τη σπρώχνει μόνιμα. Ξεκινάει πάντα υποβλητικά, στο δρόμο τα παίρνει και συνήθως καταλήγει σε επικές εξαντλήσεις της ανάσας της. Η Polly σε αγχώνει οριακά όταν τραγουδάει. Θες να της δώσεις ένα ποτήρι νερό, να την πείσεις να αράξει λίγο. Ανησυχεί συνέχεια και βάζει τη μπάντα από πίσω να κεντάει μακριά κρεσέντα, επικών προδιαγραφών στην ενορχήστρωση. Ώρες ώρες μοιάζει με εγκατελειμένο κορίτσι στη μέση του πουθενά που σέρνει τους λυγμούς της στην άσφαλτο. Άλλες σαν να την καλούν οι Killers σε οργασμιακό jamming. Συνήθως όμως μοιάζει με την Tori σε υποτροφία. Κάτι το “Poem Song” κάτι το “Please Don’t Touch” σού δίνουν μια ένδειξη του γιατί ο Daniel Miller λύσσαξε μαζί της και την εξασφάλισε για τη Mute. Αλλά πάλι…

Τώρα σου αρέσουν αυτά τα δισκάκια;

Όχι. Δε σου αρέσουν. Σε στενοχωρούν. Ο δείκτης του entertainment value τους είναι σπασμένος. Τον έσπασαν επίτηδες να μη μετράει. Δεν τις νιάζει να μετρούν την προσφορά τους, τις νιάζει να μετρούν την αυτοέκφρασή τους. Θέλουν απλά να τα πουν. Σου ρίχνουν αγκίστρια μέσα στα δισκάκια ότι κάτι θα πάθεις… Χτίζουν τις κεντρικές ιδέες τους μεγαλειωδώς αλλά στην ουσία δεν τις νιάζει να σε ανεβάσουν στο βαγόνι τους. Τις νιάζει και τις δύο να ανέβεις στην πιρόγα και να γδαρθείς από τα κλαριά.

Δεν είναι κακές όμως. Το νιώθεις. Απλά είναι φτιαγμένες έτσι.

 

26/02/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 13 σχόλια

Album of the week ending 28.02.09

yeahs1Yeah Yeah Yeahs
It’s Blitz
(Polydor)

Στο εξώφυλλο, το χέρι της Karen O συνθλίβει ένα αυγό και στο στιγμιότυπο απαθανατίζεται το ασπράδι που χύνεται σαν ζελατίνη προς τα κάτω και ο κρόκος με τα τσόφλια που εκσφενδονίζονται προς τα πάνω. Το χέρι της Karen O’ σφιχτό και τεταμένο υγραίνεται από τη δράση της και προκαλεί σαφέστατα τον παραλληλισμό με το αντρικό σεξουαλικό όργανο που θα μπορούσε να κρατάει, να σφίγγει και να εκρηγνύει… Τα βαθυκόκκινα βαμμένα νύχια είναι ξεθωριασμένα και άτσαλα. Μια υποψία αντικομφορμισμού πλανάται στο στούντιο. Είναι το εξώφυλλο που στα 70′s θα έντυνε έναν avant disco δίσκο – μόνο που τότε θα του φορούσαν και έντονα λογότυπα και θεαματικές γραμματοσειρές.  Στα 00′s δεν τα έχει ανάγκη τα γραφιστικά, ένα εξώφυλλο για να “επικοινωνήσει” την αξία του.

Υπάρχει κάτι πολύ σεξουαλικό γύρω από τους Yeah Yeah Yeahs: στην αύρα της Karen O, στα τραγούδια τους, στις εμφανίσεις τους, στο όνομά τους, στον τρόπο που σκάνε μύτη στην επικαιρότητα, στο πάθος των fans τους, στα εξώφυλλά τους, στα στιχάκια τους που μπορεί να αφηγούνται τη λίστα των φαρμακείων από μια εφημερίδα (δεν έχει σημασία τι λένε, πάντα…) αλλά μοιάζουν σαν λόγια που εκφέρονται στο κρεβάτι την ώρα που δύο εραστές τελειώνουν… Υπάρχει κάτι τόσο σεξουαλικό στους Yeah Yeah Yeahs που μετά από κάποιο σημείο, όταν “τους επικοινωνείς”, θες να το βουλώσεις, να σταματήσεις να μιλάς με λόγια και να αναλάβει το κορμί σου να πει αυτά που θες…

Ωστόσο, ας αρκεστούμε εδώ στα λόγια μια και δεν γίνεται να κάνουμε αλλιώς…

Μετά από δύο ηχηρά albums (“Fever To Tell” και “Show Your Bones”) και καμία πεντάρα eps, οι νεοϋρκέζοι Yeah Yeah Yeahs επιτίθενται λίγο πριν κλείσει η πρώτη δεκαετία του millenium με ένα τρίτο σύνολο τραγουδιών που μοιάζει με ένα ατέλειωτο αλληλουχικό παραμύθι περί κάβλας, πάθους, έντασης και εξουσίας. Οργανώνουν περισσότερο από ποτέ τις ενορχηστρώσεις τους, τακτοποιούν την παραγωγή τους (ο Nick Launay κάνει αριστοτεχνική δουλειά, όχι προφανώς επειδή είναι άψογος και πολύπειρος επαγγελματίας, αλλά μάλλον επειδή γίνεται τούμπανο μπροστά στην παρουσία της Karen O), κλιμακώνουν τα τραγούδια τους σαν περίτεχνες εκσπερματώσεις και στίβουν τον ιδρώτα τους σε ένα αφροδισιακό ελιξίριο που καταβροχθίζουν βουλιμικά πρώτα οι ίδιοι και μετά το ακροατήριό τους.

Το “It’s Blitz” είναι ένα απολαυστικό, το λιγότερο, album που νιώθεις να σε εξοντώνει ηδονικά. Ενώ η έξαψη του sex βρίσκεται παντού μέσα του, δεν νιώθεις πουθενά ότι συμμετέχεις σε ένα πορνογράφημα. Ενώ η ερωτική πράξη και η φαντασία γύρω από αυτήν “πέφτει” οργιωδώς σε layers στα αυτιά σου, δεν νιώθεις ποτέ να αυθαιρετείς. Με ένα μαγικό τρόπο, η φωνή της Karen O δεν επικοινωνεί τον ερωτισμό απλά. Γίνεται η ίδια μια ζωντανή μάζα από ερωτική απόλαυση. Συνήθως τα λόγια καταρρέουν μπροστά στις αισθήσεις και για αυτό δεν είναι ανθρωπίνως δυνατό να μεταφερθεί νοητικά. Δεν είναι το ότι προσθέτει στις λήγουσες των στίχων της αυτά τα ανεπαίσθητα βογγητά – λυγμούς. Δεν είναι ότι συνεχίζει την παράδοση των ξαναμμένων κοριτσιών του new wave (οι ομοιότητές της με την Poly Styrene των Χ-Ray Spex και την Martha Davis των Motels είναι χαρακτηριστικές). Δεν είναι ότι τραγουδάει προκλητικά και με προσμονή. Όχι, δεν είναι όλα αυτά. Το μυστικό της Karen O είναι ότι μέσα σε ένα μόνο στίχο, η φωνή της ανεβοκατεβαίνει διαθέσεις και τόνους, όπως κανένα άλλο ζωηρό κορίτσι της γενιάς της…

Και τα τραγούδια;

Εδώ οι Yeah Yeah Yeahs κεντούν κανονικά. Δεν πρωτοτυπούν. Ίσα ίσα δανείζονται από την left-wing (αριστερόνοη να το πούμε;) παράδοση του νεοκυματικού ήθους όλες τις απολαυστικές  σιγουράτζες που τους εξασφαλίζουν τη σφραγίδα του μεταμοντερνισμού. Αυτό που κάνουν όμως είναι να γράφουν δυνατά. Όχι απαραίτητα εκκωφαντικά. Αλλά έντονα. Παθιασμένα. Ακόμα και τις μελωδίες τους -είτε λυγμικές power ballads (“Little Shadow”), είτε ανήσυχα νεοκυματικά (“Hysteric”)- τις πριζώνουν οριακά σε συναίσθημα, τις πλουτίζουν με βάθη. Γράφουν εμβατήρια για μετά τη μάχη (τη μάχη του κρεβατιού, δεν σταματώ να σκέφτομαι…) όπως το “Skeletons”, πληθωρικά rollers όπως το υπερ-γαμάτο “Dull Life”, αστικά νεοϋορκέζικα grooves όπως το “Dragon Queen” αλλά και φαζαρισμένα, προκλητικά in-yo-face rockers για την πλαστική γενιά (“Shame And Fortune”).

Αυτό που αλλάζει δραστικά στον ήχο των Yeah Yeah Yeahs είναι η… αγορά ενός synthesizer Arp από τον κιθαρίστα και κιμπορντίστα του group Nick Zinner. Το βρήκε στο e-bay και έσπευσε να το αποκτήσει γιατί ξέρει πολύ καλά ότι η ατμοσφαιρική ραχοκοκκαλιά του ήχου των Cars αλλά και των Joy Division πάνω σε αυτό το synth χτίστηκε. Με δεδομένη λοιπόν την έντονη παρουσία του vintage synth στον ήχο τους, δημιουργούν αγέρωχα mutant disco σαν το “Heads Will Roll” (η Karen O σαν αποφασιστική μετρέσα μετράει τα κεφάλια να πέφτουν…), γλυκά electrock σαν το “Soft Shock” αλλά και ηλεκτρικά singles σαν το “Zero” που θυμίζει τον θετικό εκείνο ήχο του αμερικανικού new wave έτσι όπως τον δημιούργησαν συγκροτήματα τότε σαν τους Pearl Harbor & The Explosions, τους Photos και τους Martha & The Muffins.

Βέβαια αυτή η χροιά του εξελιγμένου girl fronted new wave που υπάρχει εδώ οφείλεται κατά πολύ στον μάστορα της ιδιαιτερότητας εκείνου του ήχου, παραγωγού Nick Launay που είχε μεταξύ άλλων επιμεληθεί την αγριάδα των Slits αλλά και την διανοούμενη υπεροχή των Gang Of Four και το θέατρο του παραλόγου των Public Image και το goth αίσθημα των Killing Joke. Φανταστείτε τα όλα αυτά καλοχωνεμένα σε ένα παχύ, μεστό κράμα, πεντακάθαρο μέσα στην “υγρή” αίσθησή του. Φτιαγμένο με άξονα την απόλυτη κάβλα (την μονότονη, βρώμικη και απαιτητική) το “It’s Blitz” προσγειώνεται “καταιγιστικά” (σαν τον τίτλο του) πάνω σου.

Μετά σταματάνε οι λέξεις.

Και αναλαμβάνει το σώμα, όπως είπαμε πιο πάνω.

 

24/02/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Album Of The Week, Music | 5 σχόλια

All fine on the horizon

u2-no-line-on-the-horizon

Kοιτάζεις το εξώφυλλο και αισθάνεσαι ότι βλέπεις μια νέα κυκλοφορία της ECM ή το abstract πόνημα κάποιου Ισλανδού “κουνημένου”. Aφαίρεση. Ο γιαπωνέζος φωτογράφος Hiroshi Sugimoto έφτιαξε μια γεωμετρική ισορροπία και μόνο όταν ο Bono είδε μια ανάλογη εικόνα στην Eze της Γαλλίας, εμπνεύστηκε τον τίτλο του album και τον προσάρμοσε. Οι U2 στην εποχή του μινιμαλισμού. Οι U2 στην εποχή του Obama και του “νέου αέρα αισιοδοξίας” (sic).

Οι U2 μετά από μια ντουζίνα albums, φτιάχνουν το album για τη γενιά των γονιών που νιώθουν ότι δεν έχουν κανένα χάσμα με τα παιδιά τους… Παιανίζουν τα απλωμένα, πληθωρικά rockers τους και παρατηρούν στιχουργικά τις συναισθηματικές τους ανταρσίες χωρίς να έχουν τον κίνδυνο της επανάστασης των παιδιών τους, χωρίς να βάζουν απέναντι την νεότερη γενιά… Κανένας λόγος για επανάσταση, ξέρετε…

Το “No Line On The Horizon” είναι ένα απολαυστικό album. Γεφυρώνει το παλιό με το καινούριο, ακυρώνει το δίλημμα μοντέρνου – κλασικού, υποβιβάζει το ανταγωνιστικό δίπολο “νεανικό – ώριμο”, βγάζει knock out την ατάκα “σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν”. Όχι μόνο δεν τα σκοτώνουν λοιπόν, αλλά τα περιποιούνται, τα βουρτσίζουν, τα στολίζουν και τα βγάζουν σε περήφανους περίπατους στον απογευματινό ήλιο. Είναι ένα αισιόδοξο album που συλλαμβάνει την νεότητα, που απελευθερώνει ενέργεια άπλετη (“Καμία Γραμμή Στον Ορίζοντα” σημαίνει κανένας περιορισμός, κανένα εμπόδιο…), που δίνει διαχρονικά τραγούδια να ψιθυρίζονται, να ουρλιάζονται και να χρησιμοποιούνται ως συναισθηματικά δολώματα.

Συνθετικά, οι U2 έχουν αγγίξει εκείνο το σημείο που χωρίς να βγαίνουν εκτός εποχής, γράφουν με τρόπο που εσωκλείει μέσα του ολόκληρες εποχές από το παρελθόν. Ο Brian Eno και ο Daniel Lanois κοντά τους, συνυπογράφουν τα επτά από τα δώδεκα τραγούδια – κάτι σαν υπερμπάντα σε λειτουργία- δημιουργούν ένα εντυπωσιακό οπλοστάσιο ιδεών και μηχανισμών που νομίζω, δεν “παλεύεται” από καμία άλλη άνω των τριάντα χρόνων εν ζωή μπάντα της υφηλίου. Αν οι REM είναι οι φιλόλογοι και οι Depeche Mode οι μαθηματικοί στην ανώτατη σχολή του rock biz, οι U2 είναι οι σοφοί οικονομολόγοι που κάνουν την επιστήμη τους να μοιάζει ανθρωποκεντρική και προσβάσιμη στους πολλούς. Λαϊκοί επιστήμονες του δρόμου.

Και φυσικά, όλα εκείνα που θυμάστε στους U2 βρίσκονται εδώ: η κουδουνιστή κιθάρα του Edge, η ατμόσφαιρα της δεμένης μπάντας που φτιάχνει γνήσιους καμβάδες ανώτερης αισθητικής στο υπόβαθρο, το αίσθημα του σασπένς που ξέρει να κεντάει ο Larry Mullen με τις μπαγκέτες του… Και η φωνή του Bono, που πάντα ήταν υπόλογη για αχρείαστες υπερβολές και συναισθηματικούς εκβιασμούς -στα χειρότερά της- εδώ, μπαίνει σε ένα κανάλι σοβαρότητας, ξεχνάει τις γηπεδικές ιαχές, τραγουδάει με αυθεντικότητα, δεν ξεπέφτει σε διάφορα ”eeehhh -ooooh” χωρίς λόγο. Προσωπικό μου highlight για όλα τα παραπάνω είναι το “Unknown Caller”, ένα πραγματικά πολυεπίπεδο -καθόλου pop, όπως και όλο το album άλλωστε- πανέμορφο τραγούδι που θα πάντρευε με δόξα και τιμή τους Simple Minds της ακμής τους με τους Killers του hype σε μια εκκλησία με κουμπάρους τους U2.

Υπάρχουν και άλλα τραγούδια που ακούγονται συγκινητικά: το “Moments Of Surrender” είναι ένα έντεχνο αριστούργημα, το “White As Snow” είναι αυτό για το οποίο θα σκότωνε να γράψει η νέα rock ιντελιγκέντσια της Νέας Υόρκης (από Rufus Wainwright μέχρι Tori Amos), το “Fez – Being Born” είναι σαν μελοποίηση της εικόνας του ποταμού Fes στο Μαρόκο (εκεί που ηχογραφήθηκε το μεγαλύτερο μέρος του album – και ολοκληρώθηκε σε Δουβλίνο, Νέα Υόρκη, Εze Γαλλίας και Λονδίνο), το “Breathe” ακούγεται όπως θα ακούγονταν σήμερα οι Led Zeppelin αν συνέχιζαν την καριέρα τους, το “Stand Up Comedy” είναι το funk rock που χρειάζεται μια μπάντα για να χορέψει πρώτα η ίδια τα τραγούδια της: riffs που σκοτώνουν, rhythm section που δίνει το τέμπο ερωτικά, groove που σε κάνει να αναπηδάς χωρίς να λυσσάς.

Στην παράδοση που θέλει πάντα τα singles που προηγούνται των albums τους να είναι μάλλον “νιανιά” (“Vertigo”, “Discotheque”) έτσι και το “Get On Your Boots” δεν έχει ιδιαίτερη ψυχή, έχει όμως μαζικό (και λίγο μασημένο) ρεφρέν για να απλώσει δίχτυα στην επικαιρότητα. Για κάθε άτυχο single όμως των U2 υπάρχει σχεδόν σταθερά και ένα αντίστοιχο “Cedars Of Lebanon” – μια αποτελεσματικά πνιγηρή αφηγηματική κατάθεση που σε αρπάζει από τα μούτρα.

Αυτό δεν έχουν χάσει οι U2 μέσα στα χρόνια: την ικανότητά τους να αρπάζουν από τα μούτρα. Έχουν μια ακαταμάχητη ικανότητα να βρίσκουν το στόχο τους εστιασμένοι και πανέτοιμοι. Παρά τη φθορά τους, παρά την υπερ-δημοσιότητα του αντιπαθέστατου Bono (ως celebrity και πανταχού παρόντα “σωτήρα”), παρά την από σαράντα κύματα τεθλασμένη ποιότητα της καριέρας τους, παρά τον βαρύ ανταγωνισμό, συνεχίζουν να ενισχύουν το brand τους με γερές δόσεις αλήθειας.

Αυτό με εντυπωσιάζει.

21/02/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 9 σχόλια

Album(s) of the week ending 21.02.09

Junior Boys
Begone Dull Care
(Domino)

Juan MacLean
The Future Will Come
(DFA)

 Ο λόγος που τα καινούρια albums των Juan MacLean και Junior Boys παρουσιάζονται μαζί ως ένα ενιαίο έργο για αυτή τη βδομάδα, είναι ότι ο καθένας από αυτούς τους δύο δίσκους, δεν είναι αποκαλυπτικός από μόνος του. Όταν ακούγονται μαζί στην αλληλουχία τους μόνο, δημιουργούν την τομή που κάνει τη διαφορά. Οι Junior Boys είναι πράγματι οι καινούριοι Underworld vs. 808 State. Οι Juan MacLean είναι όντως οι καινούριοι Human League vs. Innercity. Μαζί οι δύο, κάνουν το κράμα που αξίζει να βουτήξει κανείς μέσα του και να νιώσει ένα πρωτόγνωρο αίσθημα.

juniorboysΟι Junior Boys συμπεριφέρονται από την αρχή της τρέχουσας δεκαετίας σαν δημιουργικοί αναβιωτές της electro pop. Προσθέτουν μελωδικότητα στην μετρονομία των synths και νιώθουν δέος απέναντι στις απλωμένες επικές ατμόσφαιρες. Ο Jimmy Greenspan, ο εξαιρετικός τραγουδιστής από τους δύο, ερμηνεύει έχοντας στο νου του κύκνειες φωνές (που δεν δηλώνουν θάνατο όμως) και τα τραγούδια που γράφουν (αυτός και ο Matthew Didemus) έχουν μια συγκινητική προσκόλληση στον τρόπο που οι Kraftwerk και οι OMD έπαιζαν με τα bleeps. Είναι εξαιρετικά κομψός ο ήχος των Junior Boys και τώρα στο τρίτο album τους, μετά το “This Is Goodbye” του 2006 μοιάζουν να δίνουν μια εναλλακτική πρόταση στο πώς θα μπορούσε να είχε συνεχιστεί η αλυσίδα της electro pop των late 70′s αν δεν είχε παρεμβληθεί η καταστροφική μπόρα του euro techno. Οι Junior Boys πράγματι ακούγονται σαν τα ήσυχα, πολιτισμένα αδέλφια των Underworld (δεν θέλουν το σαματά, είναι τακτοποιημένα και πάντα ευγενικά) αλλά μοιάζουν και με ανήψια των 808 State τα οποία έχουν ακούσει -εκεί μακριά, στον Καναδά- τις αφηγήσεις των θείων τους για τα parties της Hacienda στο Μanchester και έχουν μυθοποιήσει την εποχή αυτή στο νου τους. Ο ήχος των Junior Boys σε προάγει συναισθηματικά, μπαίνει διακριτικά στο διάκοσμο και παίρνει ρόλο μιας παρέας υποβλητικής και ιδιαίτερης χωρίς να κάνει θόρυβο με την παρουσία της. Ο τίτλος του album τους είναι ένας φόρος τιμής στο ομότιτλο φιλμάκι μικρού μήκους του Norman McLaren, σκηνοθέτη και ηλεκτρονικού μουσικού που γουστάρουν τρελλά.

juanOι Juan MacLean πάλι είναι το ντουέτο (o φερώνυμος και η Nancy Whang) που στο δεύτερο album τους κάνουν μια ξεδιάντροπη, έξω από τα δόντια βουτιά στους Human League και στο italo disco μέσω του techno pop ήχου των Innercity… Χορευτικοί και εξωστρεφείς, ανοικονόμητοι στις διάρκειες και πληθωρικοί, δανείζονται όλα τα στερεοτυπικά μοτίβα της δεκαετίας του ’80, κάνοντας κάτι σαν φόρο τιμής στα σκέρτσα και στις μόδες της εκάστοτε εποχής… Μάλιστα ο Juan και η Nancy χειρίζονται τα φωνητικά τους, σχεδόν απαράλλαχτα, με το δίδυμο Phil Oakey – Susan Anne Sulley των Human League! To “Future Will Come” (τίτλος που δηλώνει υπέροχα μια καταφατική κοινοτοπία!) είναι ένα απολαυστικό album που χορεύεται με μανία και ακούγεται με καλή, ανεβασμένη διάθεση. Έχει τραγούδια αλλά και στιλ, έχει πάθος αλλά και μπλαζέ ύφος, έχει όλη την ρυθμολογία της pop περασμένη μέσα από το χωνευτήρι της DFA. Πιο πολύ electro pop παρά techno όμως, ακούγονται σαν Αμερικανοί που μεγάλωσαν στην Αγγλία (και στην Ιταλία, αν κρίνω από το πόσο λυσσάνε με το italo disco…) που αναγκάστηκαν να μείνουν στην Αμερική. Αλλά δεν το φέρουν βαρέως. Συνεργάζονται εκεί στη Νέα Υόρκη με τους Gerry Fuchs και Nick Millhiser των Holy Ghost και περνάνε φίνα.

To “Begone Dull Care” μπλέκεται δημιουργικά με το “Future Will Come” σε ένα άρρηκτο σύνολο. Ακούγονται μαζί -δοκιμάστε να ακούστε τα τραγούδια του ενός album, ένα παρά ένα σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα του άλλου album- και δίνουν μια εννιαία ηχητική και ατμοσφαιρική εικόνα του τι ακριβώς συμβαίνει αυτή τη στιγμή στο μέτωπο του electro pop ήχου του Νέου Κόσμου.

 

17/02/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Album Of The Week, Music | 4 σχόλια

Album of the week ending 14.02.09

whitestboyalivecoverThe Whitest Boy Alive
Rules
(Bubbles)

To καινούριο album της μπάντας του Erlend Oye μπορεί να μπει σε λούπα να παίζει εσαεί στα ηχεία και ποτέ να μη νιώσεις ότι ακούς ένα επαναλαμβανόμενο σύνολο συνέχεια… Έχει μια μαγική διάσταση μέσα του που σε κάνει να αντιμετωπίζεις τα κομμάτια του ως μέρος του φυσικού διάκοσμου. Κατά κάποιο τρόπο δηλαδή, η μουσική των Whitest Boy Alive υπήρχε πάντα στο περιβάλλον, απλά ο Erlend Oye και η μπάντα του βρέθηκαν τριγύρω για να πατήσουν το play. Και βρέθηκαν ακριβώς την περίοδο που έπρεπε.

Mου κάνει τρομερή εντύπωση ο τρόπος που γράφει τα τραγούδια του: νιώθεις ότι συλλαμβάνει μια μελωδία στο νου του και αρχίζει να την αναπτύσσει σε μοτίβα, άναρχα, χωρίς να τηρεί καθόλου τη δεδομένη συστοιχία ‘εισαγωγή – κουπλέ- ρεφρέν – κουπλέ – φινάλε’. Απλώνει τη μελωδία του ηδονικά πάνω στους ρυθμούς, τους οποίους φτιάχνουν όλο χαμόγελα και μεράκια οι Marcin Oz (μπάσο) και Sebastian Maschat (τύμπανα) και μετά περνάει ο “πατωματζής” εν είδει πληκτρά, Daniel Nentwig για να χρωματίσει την ατμόσφαιρα. Ο Erlend είναι ο ‘νέου τύπου’ τραγουδοποιός που από τη μία αγαπάει τα τραγούδια αθάνατων “easy” συνθετών (από Paul Simon μέχρι Leo Sayer!)  αλλά από την άλλη, ως γνήσιο τέκνο της εποχής του τα αποδίδει επαναστατικά, χωρίς καμία σημασία στους παλιούς τρόπους συνθετικής γραφής. Πριν ηχογραφήσουν οι Whitest Boy Alive νιώθουν την υποχρέωση να νιώθουν καλά με τους εαυτούς τους και μετά μεταξύ τους. Νιώθεις, ότι έχουν μεγάλη ανάγκη την “καλή” διάθεση. Και όλη αυτή η ανάγκη τους μετουσιώνεται σε μια τρυφερή σχέση μεταξύ τους, με τα όργανα να παίζουν το ρόλο των οχημάτων μιας ιδιότυπης γλωσικής επικοινωνίας. Στα όργανα βέβαια, συμπεριλαμβάνεται και η φωνή του Erlend, ό,τι γλυκύτερο, ζεστό και όμορφο, έχετε ακούσει μέσα στα 00′s, από αρσενικό.

Ευοίωνοι.

Αυτό είναι οι γερμανοί Whitest Boy Alive. Ευοίωνοι, ανοιχτόκαρδοι (χωρίς να είναι ξεσαλωμένοι), χαμογελαστοί (χωρίς να ξελιγώνονται στα πατώματα), αισιόδοξοι (χωρίς προφητικές κορώνες για “υπέροχα” αύριο) και… λευκοί! Είναι χαρακτηριστικά λευκοί στη διάθεσή τους, όπως τα εξώφυλλά τους, όπως οι τυπικές απεικονίσεις ονείρων σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας, λευκοί όπως το χιόνι σε απαλότητα και τα σύννεφα σε σχηματισμούς. Οι Whitest Boy Alive είναι πράγματι οι… πιο “λευκοί” άνθρωποι στο μουσικό στερέωμα αυτή τη στιγμή και όχι στο χρώμα του δέρματος απαραίτητα. Απλά τυχαίνει να είναι και σε αυτό, κατάλευκοι. Γκρουβάρουν όμως, με ασφάλεια μέσα στην καλόγουστη ευδαιμονία τους, θυμίζοντας πότε τους Phoenix και πότε τους Tahiti 80, αρέσκονται στην υποδόρεια γαλανομάτα soul, παίζουν κρυφτό με την pop της μελλοντικής εποχής, “τσιμπούν” τις κιθάρες τους αλά Nile Rodgers των Chic και δε φοβούνται να προσκυνήσουν την disco σε όλο το μεγαλείο της. Μάλιστα, πιστεύω ότι ο Erlend έφτιαξε τους Whitest Boy Alive μετά τους King Of Convenience (οι οποίοι, επί τη ευκαιρία, κυκλοφορούν album, αργά μέσα στο ’09) για να καταθέσει την λατρεία του για την disco.

Γι’ αυτό και τον θεωρώ “φίλο μου”.

Ο Εrlend αφήνεται στο ρυθμό της rhythm section και ξεχνιέται πάνω του, σπέρνοντας κομματάκια της μελωδικότητάς του, σε άτακτες φάσεις της διαδρομής. Ακούγοντας το “Rules”, σχεδόν τους βλέπεις να χορεύουν στο studio, με εκείνο το ρυθμικό στιλ που είναι διαρκές, ήπιο και μόνιμο. Δε σταματούν ποτέ να χορεύουν οι Whitest Boy Alive, οι οποίοι για να ηχογραφήσουν αυτό το δεύτερο album τους ταξίδεψαν ως το Μεξικό, σε μια εγκατάσταση που ονομάζεται “Γυάλινος Κύβος”. Το “λευκό” δεν είναι ο πρώτος συνειρμός σας;

Μάλιστα, αντίθετα με τη διαδικασία δημιουργίας του πρώτου album “Rules” (2006) το οποίο συνέλαβαν όλο μέσα στο στούντιο, στο “Rules” έγραψαν τα τραγούδια τους ενόσω ήταν στο “δρόμο” για συναυλίες και μετά τα συναρμολόγησαν στο στούντιο. Τα τραγούδια αυτά, λοιπόν έχουν το vibe μιας παρέας που ταξιδεύει και απολαμβάνει τις συναντήσεις της “για δουλειά”. Ακόμα και στις bluesy απλωμένες στιγμές τους (“Rollercoaster Ride”) ακούγονται παραλυτικά ρυθμικοί μέσα σε ένα album που πραγματικά δεν έχει κανένα rollercoaster διάθεσης. Κυλάει κομψά και αβίαστα με διακριτικά έξυπνες ιδέες, εξαιρετικούς στίχους και τσιτάτα, μερικές από τις πιο καλόγουστες, απλές και καταπραϋντικές παραγωγές που έχετε ακούσει πρόσφατα. “Courage”, “Keep A Secret”, “Intentions”, “High On The Heels” – όλα δένουν σε μια αλυσίδα, αυτή της αδιατάρακτα επαναλαμβανόμενης “λούπας” που σας έλεγα στην αρχή…

Και μετά σηκώνεσαι με πλατύ χαμόγελο και ελαφρύτερος κατά διψήφια κιλά.

 

11/02/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Album Of The Week, Music | 1 σχόλιο

O loser δεν είναι πάντα ο χαμένος

devpatelΑυτός είναι ο Dev Patel, που υποδύεται τον Jamal Malik, στην ταινία του Danny Boyle, “Slumdog Millionaire“, το πιο φρέσκο, στιλιστικό, καλομονταρισμένο, περιπετειώδες παραμύθι που είδα τα τελευταία χρόνια. Η φήμη της ταινίας και η απήχησή της στους κύκλους των ανά τον κόσμο σινεκριτικών είναι συγκλονιστική. Αυτό όμως στο οποίο στάθηκα εγώ “έκπληκτος”, είναι ο τρόπος που ο Dev Patel αποδίδει το ρόλο του “κυνηγημένου” slumdog… Ξεχάστε τις σπουδαίες ερμηνείες έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί μέσα στα χρόνια, στο χώρο της υποκριτικής. Ο τύπος αυτός παίζει με τα μάτια μόνο και στη συγκεκριμένη περίπτωση επικοινωνεί αυτό που είναι δύσκολο να “περάσει” στο κοινό… Ο loser δεν είναι απαραίτητα αυτός που χάνει. Η ακεραιότητα και το συγκλονιστικά εσωτερικό βλέμμα του Patel είναι αυτά που κάνουν την ταινία του Boyle απίστευτη. Βγαίνοντας από αυτή, νιώθεις ότι δεν έχεις ανάγκη να κυνηγήσεις τη νίκη ή την επιτυχία… Μέχρι και τα τραγούδια της Μ.Ι.Α. που άκουσες ενταγμένα στο film σε κάνουν να ξεχνάς πόσο ανυπόφορη είναι…

10/02/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Human | 2 σχόλια

Πρόωρο

jonathan

Θα μπορούσε να περιμένει λίγο ακόμα για το album του, να νιώσει πέντε αλήθειες της προκοπής πριν ηχογραφήσει μαζικά στο στούντιο… Ο Jonathan Johansson είναι μεγαλύτερος από το δίσκο του σε εκτόπισμα αλλά μικρότερος σε καταλληλότητα δράσης… Δεν έχει τραγούδια καθόλου στα χέρια του και σπαταλιέται του σε ασκήσεις ύφους. Μια αναιμική παραγωγή, μια άτολμη διάθεση “μη σπάσει τα αυγά”, ένα νωχελικό, απαθές τίποτα αργοκυλάει στο album του… Αν δεν είχε προηγηθεί εκείνο το single “En Hand I Himlen”, δεν θα αξίωνα τίποτα από τον Jonathan… Ξέρω όμως ότι “το’χει”. Kαι αυτό το album – χασμωδία δεν έχει τίποτα που να ανταποκρίνεται σε εκείνο το αίσθημα. Διασκευάζει και το “Everybody Wants To Rule The World” των Tears For Fears προσθέτοντας ακόμα περισσότερο στο αχρείαστο αποτέλεσμα. Πρόωρη επένδυση.Άγουρο αποτέλεσμα. Μεταξεταστέος.

08/02/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 4 σχόλια

Album of the week ending 07.02.09

lilyallen2Lily Allen
It’s Not Me, It’s You
(EMI)

Στο “Not Fair”, ένα ρυθμικό λουστραρισμένο country ‘n’ western από το καινούριο album της, η Lily με τη γλυκύτερη φωνή που θα μπορούσε να τραγουδήσει ένα πρόθυμο κορίτσι, τη λέει στον εραστή της στα ίσα: “it’s not fair and i think you’re really mean, oh you’re supposed to care, but you never make me scream”. Όταν πέφτουν στο κρεβάτι, αυτός τελειώνει και η Lily, έξαλλη μένει στα κρύα του λουτρού. Όσο και αν αυτός της λέει ότι την αγαπάει, η Lily επιμένει “it’s not fair and it’s really not ok, you’re supposed to care, but all you do is take”. Και όλα αυτά, σε ένα φόντο που ακούγεται σαν το “Faron Young” των Prefab Sprout σε γλυκιά παράκρουση. O τόνος της δεν είναι διεκδικητικός, ούτε υστερικός όπως ίσως θα απαιτούσε η περίσταση. Αντίθετα είναι ανάλαφρος και γλυκός.

Η Lily Allen είναι ένα θαυμάσιο κορίτσι. Μοναδικό. Ενώ πράγματι μοιάζει με την “επικίνδυνη φίλη”, την “αναπάντεχη γκόμενα”, την ”περιπετειώδη κόρη”, την “ατίθαση επαγγελματία”, τα κορίτσια συναρπάζονται μαζί της και γουστάρουν την παρέα της, τα αγόρια την κυνηγούν κόντρα σε κάθε λογική που τους υπαγορεύει να τρέξουν στην αντίθετη κατεύθυνση, οι γονείς θαυμάζουν την άρτια δημιουργικότητά της στην τόσο μικρή ηλικία της, οι συνεργάτες της μένουν εμβρόντητοι από το ταλέντο της. Η Lily Allen είναι μια αυτόνομη προσωπικότητα. Υπέροχα ελκυστική μέσα στην ανασφάλεια που δημιουργεί στους συνανθρώπους της.

Με μια φωνή που ωριμάζει δημόσια με τη χάρη ενός επίμονου κοριτσιού στα πρώτα είκοσί της, φτιάχνει ολοκληρωμένα pop διαμαντάκια, ευπρόσωπα και λαμπερά για μια γενιά ανθρώπων που δεν κάνουν και θέμα το ότι περνούν τη ζωή τους στις ψηφιακές κοινότητες των υπολογιστών τους. Η Allen είναι μια παγκοσμιοποιημένη καλλιτέχνιδα που δρα και κινείται με φυσικότητα – δεν έχει καμία συναίσθηση ότι “κάποτε η νεανική ζωή ήταν αλλιώς”. Δεν την νιάζει. Αυτό που τη νιάζει είναι ότι είτε μέσω facebooking είτε μέσω myspacing, είτε μέσω οποιασδήποτε άλλης επινόησης παγώνουν οι οθόνες των σπιτικών υπολογιστών, οι σχέσεις των ανθρώπων παραμένουν σκατά.

Και η Lily είναι αποφασισμένη ότι δεν θα ζήσει μέσα στα σκατά. Ok;

Τα χώνει λοιπόν στους αναίσθητους εραστές (στο “Never Gonna Happen” κάνει ένα ωραιότατο μάθημα κυνισμού σε ένα αγόρι που ούτε ψύλλος στον κόρφο του δεν θα ήθελες να είσαι), τα χώνει στους ρατσιστές κάθε είδους (τους στέλνει να πάνε να γαμηθούν, με ένα πλατύ μελιστάλαχτο χαμόγελο στο “Fuck You”), τα χώνει στους ανθρώπους που έχουν μπερδέψει ακόμα και Εκείνον, κάνοντάς τον να τα χάσει με το γένος τους (στο “Him” Εκείνος προσπαθεί να βρει άκρη…), τα χώνει στην ντάγκλα των ψυχότροπων και στην παραμύθα των χρηστών τους  (στο “Everyone’s At It” νιώθεις ότι ανάμεσα σε αυτούς που παίρνει ο διάολος είναι και η ίδια), τα χώνει στη ματαιοδοξία  της διασημότητας και του πλούτου (στο single “Fear” ακούγεται σχεδόν τρομαγμένη αλλά πάντα ψύχραιμη), τα χώνει και στον εαυτό της – δεν έχει πρόβλημα (στο” 22″ σχεδόν μαστιγώνεται για όσα ένιωθε σαν χαζή στα είκοσι δύο χρόνια της, μόλις δύο χρόνια πριν από σήμερα).

Και ταυτόχρονα με όλα αυτά, η Lily βγαίνει και ακαταμάχητα ευχάριστη. Σίγουρα, δεν έχετε ακούσει πρόσφατα, άλλη τόσο μορφωμένη αλλά και ψυχαγωγική pop τριγύρω, έχετε να ακούσετε κάτι τόσο πνευματώδες, χυμώδες και έξυπνο, τουλάχιστον από την εποχή του ντεμπούτου της “Alright Still”. Η παραγωγή του Greg Kurstin από τους Bird & The Bee κάνουν τα τραγούδια της, πεντακάθαρα, διαυγή, ευανάγνωστα και θελκτικά. Ακούγοντας το “It’s Not Me, It’s You”, νιώθεις τις αισθήσεις σου τεντωμένες με έναν τρόπο που έχεις νοσταλγήσει. Το στιλ που χρησιμοποιεί δεν είναι συγκεκριμένο: διατηρεί τον κοινό παρανομαστή της βρετανικότητας, σε όλα τα τραγούδια της και ως αριθμητές χρησιμοποιεί τα πάντα. Από το βαριετέ μέχρι τα τεχνολογικά grooves του studio. Από το music hall μέχρι την παραδοσιακή μελωδικότητα. Και από εναλλακτικά dream pop μέχρι κορπορατικά mainstream. Όλα δικά της γίνονται.

Το “It’s Not You, It’s You” είναι σημαντικό album. Όχι για προφανείς, βαρετούς, μουσικούς λόγους, αλλά για το γεγονός ότι μιλάει μια γλώσσα που είναι μοναδική, γεννάει έναν κώδικα επικοινωνίας που είναι χαρισματικά ατομικός. Και βέβαια είναι σημαντικό επειδή η Lily πρώτη, καταφέρνει καίριο χτύπημα στο πρότυπο της ρομαντικής χαζομουνίτσας που πληγώνεται από τα πάντα.

Όταν πρόσφατα, σε μια παρέα επέμενα ότι ο “κυνισμός είναι ο νέος ρομαντισμός” κάτι τέτοιο εννοούσα, αλλά δεν είχα ακούσει ακόμα το “It’s Not Me, It’s You” για να το επικαλεστώ.

 

05/02/2009 Αναρτήθηκε από τον/την | Album Of The Week, Music | 4 σχόλια

   

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 42 other followers